Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΞΘ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805

η κατάργηση της προίκας

Έπειτα επέτρεψεν ο Σόλων παντί ανθρώπω, να διαυθεντεύη την διαφοράν εκείνου, οπού ηδικείτο, ή υβρίζετο. Διά τούτου κάθε πολίτης εγίνετο εχθρός του αδικούντος· και ούτως οι θορυβοποιοί, και ανειρήνευτοι άνθρωποι ενικώντο από τον περισσότερον αριθμόν των εναντιουμένων.

Μετά ταύτα κατέλυσε την συνήθειαν, οπού είχον να δίδωσι προίκα εις τας θυγατέρας των, εκ΄τος ειμή ήσαν μονογενείς. Η νύμφη δεν έφερεν άλλό τι εις τον νυμφίον, ει μη τρεις στολάς (φορεσιάς), κάιτινα σκεύη μικρού νομίσματος άξια. Ο δε σκοπός αυτού ην, να μη γίνεται ο γάμος μισθοφόρος, και ώνιος, αλλά να θεωρήται ως μία έντιμος ένωσις μόνον προς αμοιβαίαν ευτυχίαν και των δύο μερών, και προς κοινόν όφελος της πατρίδος[1].

Προ τούτου του Νομοθέτου, οι Αθηναίοι δεν είχον την ελευθερίαν να κάμνωσι διαθήκην, αλλ’ η ουσία του αποθανόντος διέβαινεν εξ ανάγκης εις τα παιδία του, και συγγενείς. Ο Σόλων έδωκεν άδειαν εις κάθ’ άτεκνον πατέρα να μεταχειρισθή όλα τα υπάρχοντα του κατά την θέλησιν, προκρίνων την φιλίαν από την συγγένειαν, και την προαίρεσιν από την ανάγκην[2]. Διά τούτου του νόμου ο δεσμός μεταξύ γονέων και τέκνων έγινε στερεώτερος και βεβαιότερος, επιστηρίζων μεν την έννομον αυθεντίαν των γονέων, αυξάνων δε την αναγκαίαν υποταγήν των παίδων.

[1] Πλούτ. εν βίω Σόλ.
[2] Φιλία ντε συγγενείας ετίμησε μάλλον, και χάριν ανάγκης (Πλούτ. εν Σόλ.)

Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΞΖ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805


Υπέρ της πατρίδος

Τοιούτοι ήσαν οι γενικοί νόμοι υπέρ της πατρίδος· αλλ’ οι περί δικαιοσύνης ιδιαίτεροι, ήσαν πολυπληθέστεροι[1]. Πρώτον όσοι εις δημοσίας στάσεις, και διαφοράς δεν ήσαν με κανένα μέρος, αλλ’ έμενον εις αξιόμεμπτον ουδετερότητα, εκηρύττοντο άτιμοι, και κατεδικάζοντο εις αειφυγίαν, και δήμευσιν (confiscation) των υπαρχόντων. Κανένα δεν εδύνατο να εμπνεύση εις το ανθρώπινον γένος περισσοτέραν φιλοπατρίαν, όσον ούτος ο περίφημος νόμος· επειδή ο τοιούτος, οπού ήτον ούτως υπόχρεως να λαμβάνη μέρος εις τα δημόσια, συνείθιζε πρωϊαίτατα να φροντίζη πρώτον υπέρ του κοινού συμφέροντος, και είτα διά το προσωπικόν του κέρδος. Κατά τούτον τον τρόπον εθίσας ο Σόλων τον λαόν, να νομίζη ως εχθρόν, εκείνον οπού φανή ουδέτερος, και αδιάφορος εις τας συμφοράς του κοινού, παρεσκεύασεν εν τη πολιτεία μίαν ταχείαν, και γενικήν βοήθειαν εις πάσαν κρίσιμον περίστασιν.

[1] Όλοι σχεδόν οι νόμοι του Σόλωνος ευρίσκονται πλατύτατα εξηγημένοι εις τους Αττικούς νόμους του Πετίτου.

Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΞΗ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805.

Η Εκκλησία του δήμου και ο Άρειος πάγος

Ο Σόλων, διά να περιστείλη τρόπον τινά την δύναμιν ταύτης της δημοτικής συνόδου, έδωκε περισσοτέραν ισχύν εις την Βουλήν του Αρείου πάγου, συστήσας προς ταύτη και άλλην Βουλήν, συνισταμένην από τετρακοσίους. Ο Άρειος πάγος, ούτως ονομαζόμενος εκ του τόπου, όπου εγίνετο η βουλή, είχε μεν συσταθή προ τινων αιώνων πρότερον, αλλ’ ο Σόλων ανανεώσας, ηυξησε την δύναμίν του. Τούτο το κριτήριον έπρεπε να φροντίζη διά την εκπλήρωσιν, και συντήρησιν των νόμων. Προ αυτού εγίνοντο κριταί τούτου του κριτηρίου οι εναρετώτατοι, και δικαιότατοι πολίται. Ο Σόλων πρώτος έκρινεν εύλογον να μη γίνωνται ποτέ Αρειοπαγίται, ειμή όσοι ήσαν ποτέ Άρχοντες. Κανένα δεν ήτον τόσον σεβαστόν, όσον αύτη η Βουλή, της οποίας η περί κρίσεως, και δικαιοσύνης φήμη διεσπάρη τόσον, ώστε και αυτοί οι Ρωμαίοι ενίοτε ανέφερον εις την απόφασιν τούτου του κριτηρίου, πολλάς ως προς αυτούς περιπεπλεγμένας υποθέσεις[1]. Η αλήθεια ην το σκοπιμώτατον της σεβασμίας ταύτης Βουλής και διά να μη διαφθείρωσι την δικαιοσύνην τα εξωτερικά πράγματα, εκρατείτο το κριτήριον εις το σκότος, όπου οι ρήτορες δεν εδύναντο να διεγείρωσι κατ’ ουδένα τρόπον την πλεονεξίαν των κριτών. Ανωτέραν δε τούτου του κριτηρίου εσύστησε ο Σόλων την μεγάλην βουλήν των τετρακοσίων[2], οι οποίοι έπρεπε να κρίνωσι τας εφέσεις του Αρείου πάγου, και να εξετάζωσι προσεκτικώς πανοτιούν ζήτημα, πριν να καταντήση εις έρευναν της γενικής εκκλησίας του δήμου.

[1] Ουαλ. Μαξ. Βιβλ. Η΄. Λουκιαν. Εν Ερμ. Quintil. 1. 6.
[2] Αύτη ηυξήθη μετά 86 χρόνους υπό Κλεισθένους εις 500.

Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΞΖ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805

Οι τάξεις των πολιτών

Μετά τούτο έκαμεν ο Σόλων ακύρους όλους τους νόμους του Δράκοντος, πλην των Φονικών. Έπειτα άρχησε να διατάττη τα επαγγέλματα, και αξιώματα, τα οποία όλα αφήκεν εις τας χείρας των πλουσίων. Αυτός διείλε τους πλουσίους πολίτας εις τρεις τάξεις, διατάττων αυτούς κατά τα εισοδήματά των ούτως· εκέινους μεν, οπού είχον πεντακόσια μέτρα κατ’ έτος εισοδήματος τόσον σίτου, όσον και υγρών, πρώτους έταξε, και προσηγόρευε «Πεντακοσιομεδίμνους»· εκείνους δε οπού είχον τριακόσια, έταξεν είς δευτέραν τάξιν, καλέσας «Ιππείς»· όσοι δε είχον μόνον διακόσια, ετάχθησαν εις την τρίτην, «Ζευγίται» κληθέντες· οι δε λοιποί πάντες, ονομαζόμενοι «Θήτες», των οποίων το εισόδημα ην ολιγώτερον από διοακόσια μέτρα, εβλήθησαν εις την τετάρτην, και τελευταίαν τάξιν, και εθεωρούντο ως ανάξιοι παντός αξιώματος. Διά να αναπληρώση ο Σόλων ταύτην την τελευταίαν αποβολήν από των αξιωμάτων, έδωκεν εις κάθε πολίτην το προνόμιον να ψηφοφορή, και να λέγη την γνώμην του εις την γενικήν εκκλησίαν της επαρχίας. Τούτο εφαίνετο κατ’ αρχάς μεν σμικρόν, και ολίγον χρήσιμον, αλλά μετά καιρόν απεδείχθη ωφελιμώτατον· επειδή κατά τους Αττικούς νόμους ήτον συγχωρημένον να γίνεται έφεσις (ανάκλησις) από τους Άρχοντας εις την γενικήν σύνοδον του λαού, και ούτω με τον καιρόν όλαι αι μεγάλαι υποθέσεις ήρτηντο από την απόφασιν του δήμου.

Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος Ξς΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805

Σεισάχθεια

Αποβαλών ουν ο Σόλων την επιθυμίαν της βασιλείας, απεφάσισε να συστήσει μίαν πολιτείαν, θεμελιωμένην εις την βάσιν μιας δικαίας, και ευλόγου ελευθερίας· πλην μη τολμών να εμπεριπλεχθή εις τινας αταξίας, τας οποίας εθεώρει ως ανιάτους, επεχειρίσθη να μη κάμη άλλας μεταβολάς, ειμή όσαι αν φανώσιν ευλογοφανείς και εις αυτούς τους απλουστάτους. Εν συντόμω, ο σκοπός αυτού ην να γράψη τοις Αθηναίοις ουχί τους καλλίστους νόμους[1], αλλ’ εκείνους οπού ήσαν άξιοι να δεχθώσι। Διό η πρώτη του φροντίς ην η προς εύνοιαν των πτωχών, των οποίων τα χρέη ηκύρωσε παραχρήμα με ένα ρητόν νόμον αδοσίας (Σεισάχθεια). Πλην διά να γένη η ζημία των δανειστών όσον το δυνατόν μετριωτέρα, ηύξησε την τιμήν του νομίσματος εις μίαν μετρίαν αναλογίαν, δι ης εφαίνετο ότι αυξάνει τον πλούτον τους. Τούτο όμως το επιχείρημα ολίγου έλειψε να επισύρη κινδυνώδη πράγματα· επειδή μερικοί φίλοι του, εις ους είχε κοινωνήση τον σκοπόν του, προλαβόντες συνήθροισαν πολλούς θησαυρούς, όταν το νόμισμα ην κατωτέρας τιμής, διά να κερδίσωσι το διάφορον, όταν αναβή εκείνο. Ο ίδιος Σόλων υπωπτεύθη, ότι είχε μέρος εις τούτον τον δόλον· αλλά διά να αποβάλη πάσαν υποψίαν, εχάρισεν εις τους χρεωφειλέτας του πέντε τάλαντα, ή κατ’ άλλους, δεκαπέντε, και ούτως έλαβε πάλιν την εύνοιαν, και πίστιν του λαού.

[1] Περί των νόμων της αρχαίας Δημοκρατίας των Αθηναίων όρα Αριστοτέλη περί πολ. Αθην. και το Β΄και το ς΄ Βιβλ. των πολιτικών. 2. Ισοκρ. Αρειοπαγ. Παναθ. και Πανηγ. 3. Πλουτ. εν Σολ.

Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΞΕ΄
Ολιβιέρου Γολσμιθίου, Βιέννη 1805

Ο Σόλων Ανώτατος Νομοθέτης

Ο Σόλων αδιάφορος ων, και ουδέτερος, εθεωρείτο ως το καταφύγιον όλων· επειδή οι μεν πλούσιοι ηγάπων αυτόν ως πλούσιον, οι δε πτωχοί ως δίκαιον· και μ’ όλον οπού κατ’ αρχάς δεν ήθελε να επιχειρισθή ένα τόσον επικίνδυνον επιχείρημα, τέλος έστερξε, και τον έκλεξαν ομοφώνως όλοι Άρχοντα, διορίσαντες αυτόν ανώτατον Νομοθέτην. Τούτο ην μία κατάστασις, εν η αδύνατον ην να προστεθή τι περισσότερον εις την δύναμίν του· και μ’ όλον οπού πολλοί των πολιτών συνεβούλευον αυτώ να γένη βασιλεύς, αυτός ως σοφός απέβαλλεν εν όνομα, το οποίον ήθελε τον κάμη μισητόν, και αποτρόπαιον εις πολλούς αυτού συμπολίτας, και μάλιστα, εν ω αυτός είχεν εν έργω μεγαλητέραν δύναμιν από βασιλέα. Η Τυραννίς, συνείθιζε να λέγη, ομοιάζει με τον ευμορφον κήπον, εν ω είναι μεν ωραία η περιδιάβασις, ότε είμεθα μέσα, αλλ’ ο οποίος δεν έχει καμμίαν έξοδον[1]

[1] Καλόν μεν είναι την Τυραννίδα, ουκ έχειν δ’ απόβασιν (Πλ. εν Λυκ.)

Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΞΔ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805

η πολιτική διαίρεση των Αθηνών

Τοιούτος ην ο ανήρ, εις ον οι Αθηναίοι προσέδραμον, επικαλούμενοι να μεταβάλη την αυστηράν διοίκησίν των, και να καταστήση ετέρους δικαίους νόμους. Αι αθήναι ήσαν τότε διηρημέναι εις τόσας στάσεις (ταράφια), όσα διάφορα είδη εγκατοίκων ήσαν εν τη Αττική. Επειδή όσοι μεν κατώκουν εις τα βουνά, επεθύμουν μίαν ακριβεστάτην ισοτιμίαν· όσοι δε έζων εις την πεδιάδα, ηγάπων την ολιγαρχίαν· και όσοι οικούντες εις τα παραθαλάσσια, προσείχον εις το εμπόριον, εζήτουν να κρατώσι τα άλλα δύο μέρη τόσον ισοδύναμα, οπού να μη δυνηθή ποτέ να υπερισχύση το εν κατά του ετέρου. Εκτός δε τούτων ην και άλλο τέταρτον μέρος, το πολυανθρωπότερον, συνιστάμενον μόνον από τους πτωχούς, οι οποίοι κατεπατούντο, και κατεπιέζοντο αυστηρότατα από τους πλουσίους, επιφορτιζόμενοι με χρέη υπέρ την δύναμίν των. Τούτο το τελευταίον δυστυχές μέρος, το οποίον, όταν αισθάνεται την δύναμίν του, υπερισχύει πάντοτε, απεφάσισε να απορρίψη τον ζυγόν των Τυράννων, και να εκλέξη ένα προστάτην, άνδρα άξιον να κάμη μίαν βελτίωσιν εις την διοίκησιν, διαιρών εκ δευτέρου τους τόπους των.

Τετάρτη, 10 Νοεμβρίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΞΓ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805

Σόλων και Κροίσος

Έτυχε ποτέ συνομιλών ο Σόλων μετά του φιλοσόφου Αναχάρσιδος του Σκύθου περί της μελλούσης νομοθεσίας του. «Αλοίμονον, είπε ο Ανάχαρσις, όλοι οι νόμοι σου θέλουν ομοιάζει με τα αράχνια, από τα οποία αι μεν ασθενείς, και λεπταί μυίες θέλει πιάνονται, και εμπεριπλέκονται ευκόλως, αι δε μεγάλαι, και δυναταί θέλουν έχει πάντοτε ικανήν δύναμιν να διαχωρώσιν»

Η ομιλία του Σόλωνος μετά του Κροίσου, βασιλέως της Λυδίας, είναι έτι μάλλον περιβόητος. Ούτος ο Μονάρχης, όστις επεφημίζετο ο πλουσιώτατος εις όλην την μικράν Ασίαν, ήθελε να καυχηθή, επιδεικνύμενος τον πλούτον του εις τον Σόλωνα, και δείξας αυτώ αμέτρους σωρούς θησαυρών, και πάσαν άλλην κατασκευήν, και πολυτέλειαν, ηρώτησεν, αν δεν ήτον αυτός ο ευτυχέστερος από όλους τους ανθρώπους ; «Όχι, απεκρίθη ο Σόλων· εγώ γνωρίζω άνθρωπον έτι ευτυχέστερον, ένα πτωχόν πολίτην, όστις ούτ’ εν αφθονία, ούτ’ εν ενδεία, έχει ολίγων χρείαν, και αυτά έμαθε ν’ αποκτά με τον κόπον του.» Αύτη η απόκρισις δεν ήρεσε παντελώς εις τον υπερήφανον Μονάρχην, όστις διά της ερωτήσεώς του ήλπιζε μίαν απόκρισιν κολακευτικήν, και ανάλογον με την αλαζονείαν του. Όθεν θέλων να ακούση τέλος πάντων μίαν καλήν απόκρισιν εκ του στόματός του, ηρώτησε πάλιν, αν δεν τον ενόμιζε τουλάχιστον ευτυχή. «Οίμοι, έκραξεν ο Σόλων· και τις ημπορεί να ονομασθή ευτυχής πριν του θανάτου του ;» Οι παναληθείς, και πάνσοφοι λόγοι του Σόλωνος επιστώθησαν εις το εξής· επειδή ότε το βασίλειον της Λυδίας εκυριεύθη από τον Κύρον, και αυτός ο Κροίσος γενόμενος αιχμάλωτος, έμελλε να κατακαή κατά τους τότε βαρβαρικούς νόμους, ενεθυμήθη πολλά αργά τους λόγους του Σόλωνος, και ων δεδεμένος επί της πυράς, ήρξατο να κράζη τρις, ω Σόλων. Ο Κύρος ακούων αυτόν επαναλαμβάνοντα το όνομα μετά μεγάλης σπουδής, έγινε περίεργος να μάθη την αιτίαν τούτου, και μαθών παρά του Κροίσου την αξιοσημείωτον διδασκαλίαν του Σόλωνος, άρχησε να φοβήται και περί εαυτού, και συγχωρήσας, έλαβεν αυτόν εις εύνοιαν, και φιλίαν· και ούτως ο Σόλων ου μόνον έσωσε προς έπεινόν του την ζωήν του ενός βασιλέως, αλλά και τον έτερον μετερρύθμισε.

Τετάρτη, 3 Νοεμβρίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΞΒ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805

η τέλεια Δημοκρατία

Μίαν ημέραν εν τη αυλή Περιάνδρου του Κορινθίου έγινε τούτο το ζήτημα, ποία ην άραγε η εντελεστάτη Δημοκρατία ; Ο μεν Βίας απεκρίθη, εκείνη, όπου οι νόμοι δεν γνωρίζουσιν άλλον ανώτερον. Ο δε Θαλής, όπου οι πολίται δεν είναι μήτε πάρα πολύ πλούσιοι, μήτε πάρα πολύ πτωχοί. Ο δε Ανάχαρσις ο Σκύθης, όπου η μεν αρετή τιμάται, η δε κακία μισείται. Ο δε Πιττακός, όπου τα αξιώματα δίδονται πάντοτε εις τους αγαθούς, ούδέποτε δε εις τους πονηρούς. Ο δε Κλεόβουλος, όπου οι πολίται φοβούνται τον ψόγον περισσότερον, παρέξ την εκ των νόμων ποινήν. Ο δε Χίλων, όπου η πόλις υποτάσσεται περισσότερον εις τους νόμους, παρέξ εις τους ρήτορας. Αλλ’ η δόξα του Σόλωνος εφάνη η εμβριθεστέρα, όστις είπεν, ότι κρατίστη Δημοκρατία έστιν εκείνη, όπου η προς τον παραμικρότερον πολίτην ατιμίαν, νομίζεται ως ύβρις εις όλην την πολιτείαν[1]

[1] Πλούτ. εν Συμπ. & εν βίω Σολ.

Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΞΑ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805.

οι 7 σοφοί

Ο Σόλων δεν έδειξε μόνον εις αυτήν την ευκαιρίαν την μεγάλην του αγχίνοιαν, και σοφίαν, αλλά και όταν είχον φθάση εν τη Ελλάδι η Ρητορική, Ποιητική, και η Πολιτική, εις ένα βαθμόν ανώτερον από ό,τι είχον φανή έως τότε μεταξύ του ανθρωπίνου γένους, αυτός εθεωρείτο ως ο εντελέστερος εις πάσαν επιστήμην. Οι σοφοί της Ελλάδος, των οποίων η φήμη διαιωνίζεται έτι απαραμείωτος, ωμολόγουν την υπεροχήν του, κάμνοντες αυτόν μέλος της εταιρείας των. Η αλληλογραφία μεταξύ τούτων των σοφών ην εν ταυτώ παιδευτική, φιλική, και ειλικρινής. Αυτοί ήσαν επτά τον αριθμόν, ήγουν Θαλής ο Μιλήσιος, Σόλων ο Αθηναίος, Χίλων ο Λακεδαιμόνιος, Πιττακός ο Μιτυληναίος, Περίανδρος ο εκ Κορίνθου, Βίας, και Κλεόβουλος[1], των οποίων η πατρίς είναι άγνωστος. Ούτοι οι σοφοί επεσκέπτοντο συχνάκις αλλήλους, και συνωμίλουν περί καταστάσεως του καλλίστου πολιτικού συστήματος, και της ιδιωτικής ευδαιμονίας. Εν μια των ημερών, ελθόντος του Σόλωνος εις Μίλητον προς επίσκεψιν του Θάλητος, και θαυμάσαντος, ότι ούτος δεν έλαβε ποτέ πόθον γάμου, και παιδοποιΐας, τότε μεν ευθύς ο Θαλής δεν τω απεκρίθη, μετ’ ολίγας δε ημέρας ήλθεν εις την συναναστροφήν των ξένος τις, όστις ην προπαρασκευασμένος από τον Θαλήν, και είπεν ότι ήρχετο από τας Αθήνας. Ο Σόλων ακούσας, ότι ο ξένος ήρχετο από τας Αθήνας, ην περίεργος να μάθη νέα της πατρίδος του, προς ον ο ξένος είπεν, ότι τούτο μόνον εγίγνωσκεν, ότι νέος τις απέθανεν εκεί, δι ον όλη η πόλις ελυπείτο καθ’ υπερβολήν, ως έχουσα μεγάλας ελπίδας επ’ αυτώ. «Φευ ! έκραξεν ο Σόλων, ω πόσον άξιος ελέους ειν’ ο δυστυχής πατήρ ! Αλλά, παρακαλώ, πώς ωνομάζετο ; Ήκουσα μεν το όνομα αυτού, απεκρίθη ο ξένος, πλην το αλησμόνησα· τούτο μόνον ενθυμούμαι, ότι όλος ο λαός εθαύμαζε πολλά την σοφίαν, και δικαιοσύνην του». Κάθε απόκρισις του ξένου προυξένει νέαν αιτίαν συγχίσεως, και φόβου εις τον ανυπόμονον, και περίεργον πατέρα, όστις τέλος μόλις εδυνήθη να τον ερωτήση, μήπως ο νέος ην ο υιός του Σόλωνος ; Ναι αυτός, απεκρίθη ο ξένος. Προς ταύτα εφάνη ο Σόλων απαρηγόρητος. Τότε ο Θαλής, επιλαβόμενος αυτού της χειρός, είπε χαμογελών, μη λυπείσαι, φίλε μου, επειδή όλα αυτά οπού ήκουσας είναι πλαστά, και τούτο έστω μία αρμοδία απόκρισις εις το ζήτημά σου, διατί εγώ δεν ηθέλησα ποτέ να υπανδρευθώ[2]

[1] Ο μεν Βίας εγεννήθη κατά τινας εν Πριήνη, ο δε Κλεόβουλος εν Λίνδω.
[2] Πλούτ. εν βίω Σόλ.

Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος Ξ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805

Σόλων

Εις αυτήν την δυστυχή κατάστασιν της πολιτείας, προσέδραμεν ο λαός εις τον Σόλωνα, τον σοφώτατον, και δικαιότατον όλων των Αθηναίων, ζητών συμβουλήν, και βοήθειαν. Διά την μεγάλην του σοφίαν συνηριθμήθη ως πρώτος μεταξύ των επτά σοφών της Ελλάδος· και η γνωστή του φιλανθρωπία είλκυσε προς αυτόν την εύνοιαν, και το σέβας πάσης τάξεως πολιτών. Ο Σόλων εγεννήθη[1] εν τη νήσω Σαλαμίνι, ήτις υπέκειτο μεν πρότερον εις τας Αθήνας, ύστερον δ’ επαναστάσα, υπετάχθη εις τους Μεγαρείς। Οι Αθηναίοι, διά να ανακυριεύσωσι την νήσον ταύτην, πολύ αίμα έχυσαν, και πολλά χρήματα κατηνάλωσαν, έως ου τελευταίον απελπισθέντες, έθεντο νόμον, ζημιούντες με θάνατον και εκείνον οπού ειπή μόνον λόγον προς επανάκτησιν της Σαλαμίνος. Ως τόσον, ο Σόλων επεχειρίσθη να τους καταπείση κατ’ άλλον τρόπον· δηλαδή προσποιηθείς ως έξω φρενών, περιέτρεχε τας πλατείας, μεταχειριζόμενος αλλόκοτα σχήματα, και φωνάς. Το δε τέλος όλων τούτων ην, διά να ελέγξη τους Αθηναίους ως χαύνους, και ανάνδρους, ότι απελπισθέντες, παρήτησαν τον σκοπόν των κατά της Σαλαμίνος· και συντόμως, αυτός προσεποιήθη τόσον καλώς, ώστε διά τον παράξενον τούτον τρόπον, και διά την πειθώ των λόγων του, απεφάσισεν ο λαός να επιχειρισθή και δευτέραν εκστρατείαν κατά της νήσου, ήτις δι ενός στρατηγήματος του Σόλωνος, όστις είχεν εμβιβάση εις αυτήν νέους ενδεδυμένους ως γυναίκας, εκυριεύθη, και προσετέθη εις την επικράτειαν των Αθηνών.

[1] πΧ 638.

Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΝΘ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805

Διοικητικές μεταβολές

Τέλος πάντων, ο πόθος των Αθηναίων να διοικώνται και αυτοί από γεγραμμένους νόμους, προυξένησε μίαν μεταβολήν εις την διοίκησιν[1]· επειδή εις διάστημα ενός αιώνος, και έτι προς, είχον ιδή τα εκ των νόμων της Σπαρτιατικής πολιτείας καλά αποτελέσματα, και αυτοί ως σοφώτεροι απ’ εκείνους, ήλπιζον και μεγαλήτερον όφελος εκ νέας διοικήσεως. Όθεν εξελέξαντο νομοθέτην, άνδρα σοφόν μεν και δικαιότατον, αυστηρόν δε υπέρ το μέτρον, ονομαζόμενον Δράκοντα[2]. Ούτος, αγκαλά καμμία επαρχία δεν φαίνεται να είχε γεγραμμένους νόμους προ αυτού, δεν εφοβήθη να συστήση τους αυστηροτάτους νόμους[3], οι οποίοι διώριζον την αυτήν ποινήν επίσης και κατά των μεγίστων, και κατά των σμικροτάτων εγκλημάτων, τιμωρούντες όλα τα πταίσματα με θάνατον, περί ων και λέγουσιν, ότι δι’ αίματος, ουχί δε διά μέλανος εγράφησαν. Ούτος ο Νομοθέτης ερωτηθείς ποτε, διατί εις τα πλείστα αδικήματα ζημίαν έταξε θάνατον, απεκρίθη ότι, «τα μεν μικρά είναι άξια θανάτου, περίδε των μεγάλων δεν ημπόρεσε να εύρη μεγαλητέραν ποινήν». Πλην διά την υπέρμετρον αυστηρότητα δεν ετηρούντο οι θεσμοί επ’ ακριβές· επειδή ποτέ μεν η φιλανθρωποία των κριτών, ποτέ δε προς τον εναγόμενον έλεος, όταν το σφάλμα του δεν ήτον ανάλογον με την ποινήν, και ποτε με το να μην ήθελον οι μάρτυρες να ζητήσωσι μίαν πολλά άσπλαγχνον ικανοποίησιν, έτι δε και ο φόβος τούτων από της οργής του λαού, όλα αυτά ομού έκαμον τους νόμους ακύρους πριν της στερεώσεώς των. Και ούτως ούτοι οι νέοι νόμοι ενήργουν κατ’ αυτού του τέλους των, και διά την άκραν αυτών αυστηρότητα δεν επαιδεύοντο μετά ταύτα μήτε τα ολεθριώτατα εγκλήματα.

[1] κτ.κ. 3380
[2] Πλουτ. εν Σόλ. Ο Δράκων ην τότε Άρχων.
[3] Οι νόμοι του Δράκοντος ωνομάζοντο θεσμοί.

Τετάρτη, 6 Οκτωβρίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΝΗ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805

Ο θεσμός των Αρχόντων

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄.

Περί διοικήσεως των Αθηνών, περί των νόμων του Σόλωνος, και της ιστορίας της Δημοκρατίας από του Σόλωνος, έως της αρχής του Περσικού πολέμου.

Η σειρά του λόγου μας φέρει τώρα εις τα Αθήνας. Αφ’ ου ο Κόδρος, ο τελευταίος βασιλεύς των Αθηνών εθυσίασε τον εαυτόν του υπέρ της πατρίδος, μετά τούτον διωρίσθη νέος διοικητής υπό τον τίτλον Άρχων. Ο πρώτος, οπού έλαβε τούτο το αξίωμα, ην ο Μέδων[1], ο υιός του Κόδρου, όστις έχων αντίζηλον τον αδελφόν του Νηλέα, προετιμήθη διά του χρησμού, και επομένως έγινεν ΄Αρχων[2]. Αύτη δε η αρχοντεία πρώτον μεν ενομίσθη εφ’ όρου ζωής, μετ’ ολίγον δε περιωρίσθη εις δέκα χρόνους, και τελευταίον εγίνετο ενιαύσιος, και εν ταύτη τη καταστάσει διήρκεσε περί τους τριακοσίους χρόνους. Εις το διάστημα ταύτης της ανενεργούς διοικήσεως πολλά ολίγα αξιοσημείωτα μας αναφέρει η Ιστορία· επειδή δεν είχεν εισχωρήση έτι εις την Ελλάδα το πνεύμα προς άυξησιν της επικρατείας, και οι πολίται καταγινόμενοι περισσότερον εις τας ιδιαιτέρας των διαφοράς, δεν προσείχον εις αλλοτρίας υποθέσεις. Όθεν οι Αθηναίοι επέμενον επί πολύ χωρίς να εκτείνωσι την δύναμίν των, ευχαριστούμενοι να είναι ήσυχοι μεταξύ της πλεονεξίας των πλουσίων, και του στασιώδους των πολιτών[3].

[1] π.Χ. 1132
[2] Ο Νηλεύς, και οι λοιποί αδελφοί του Μέδοντος φθονήσαντες, απήλθον μετ’ άλλων πολλών Αθηναίων, Ιώνων, και Θηβαίων εις την μικράν Ασίαν, και έκτισαν τας δώδεκα Ιωνικάς πόλεις, εν αις ύστερον προσελήφθη και η Σμύρνη, ως Μίλητον, Έφεσον, Μυούντα, Φώκαιαν, Χίον, Σάμον, Πριήνην, Κλαζομενάς, Ερυθράς, Λέβεδον, Κολοφώνα και Τέω. Αφ’ ου 307 έτη 13 Άρχοντες διώκησαν εν Αθήναις, έγινεν η εκλογή του Άρχοντος εν τω Α΄. χρόνω της Ζ΄Ολυμπ., προ Χριστού 752, διά δέκα έτη· μετά δε 70 χρόνους ου μόνον η Αρχοντεία εγίνετο κατ’ έτος, αλλ’ έτι εντί ενός διωρίσθησαν εννέα Άρχοντες, ων ο μεν πρώτος ωνομάζετο Άρχων επώνυμος, επειδή και ο χρόνος εσημειούτο με το όνομά του, ο δε δεύτερος Βασιλεύς, και επεστάτει των περί της θρησκείας, ο δε τρίτος Πολέμαρχος, και εφρόντιζε διά τα πολεμικά, οι δε λοιποί εξ εκαλούντο Θεσμοθέται, και ελογίζοντο ως προστάται των νόμων, και υπέρμαχοι της Δημοκρατίας, ης η κυρία αρχή αριθμείται από του Σόλωνος, διά της εισαγωγής της Βουλής των τετρακοσίων.
Όρα περί τούτων, και άλλων πολλών ανηκόντων τη Σπαρτιατική, και Αττική Δημοκρατία, την αξιόλογον Αρχαιολογίαν των Ελλήνων, παρά του ιατροφιλοσόφου Γεωργίου Σακελλαρίου περί το 1796 έτος εκδοθείσαν.
[3] Content with safety amidʃt the contending intereʃts of aspiring potentates, and factious citizens.

Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΝΖ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805

Αριστομένης

Αι τύχαι τούτου του Ήρωος είναι άξιαι διηγήσεως. Αφ’ ου ούτος προσήχθη αιχμάλωτος εις την Σπάρτην, ερρίφθη αυτός και οι πεντήκοντα στρατιώται μετ’ αυτού εις ένα βαθύ υπόγειον χάσμα, διωρισμένον προς τιμωρίαν των κακούργων. Όλοι οι λοιποί πίπτοντες εφονεύθησαν πλην του Αριστομένους, όστις ευρίσκων εις τον βυθόν του χάσματος μίαν αλώπεκα, οπού έτρωγεν ένα νεκρόν, και προφυλαττόμενος από το στόμα του ζώου, εκρατείτο από την ουράν, έως ου το ζώον έφθασεν εις την φωλέαν του· αλλ’ επειδή ενταύθα η έξοδος ην πολλά στενή, ηναγκάσθη να αφήση το ζώον, ακολουθών όμως το ίχνος διά των οφθαλμών του, ίδεν αμυδρόν φως άνωθεν, και τέλος μετά πολύν αγώνα εξήλθε. Μετά την παράδοξον ταύτην φυγήν υπήγεν αμέσως προς το στράτευμά του[1], και γενόμενος πάλιν στρατηγός, έκαμε μίαν ευτυχή έξοδον διά νυκτός κατά των Κορινθίων. Ως τόσον μετ’ ολίγον ελήφθη από τινας Κρήτας· αλλά μεθύσας και φονεύσας τους φύλακάς του με τα ίδιά των ξίφη, επεστρεψε πάλιν εις το στράτευμα. Πλην μόνη η ανδρεία του δεν ήτον ικανή να εμποδίση τον αφανισμόν της πατρίδος του· και μ’ όλον οπού με μόνην την αυτού ανδρείαν είχεν απολαύση τρις τα Εκατομφόνια, θυσίαν τινά τελουμένη προς τιμήν, όσοι εφόνευον αυτοχειρί εκατόν από τους πολεμίους, ως τόσον, επειδή αι δυνάμεις του ήσαν ολίγαι, και απέκαμον εκ του παντοτεινού πολέμου, η μεν πόλις Είρα, την οποίαν αυτός διευθέντευεν, εάλω[2], οι δε Μεσσήνιοι κατέφυγον εις τον Αναξίλαν βασιλεά της Σικελίας, τον δε Τυρταίον επολιτογράφησαν οι Λακεδαιμόνιοι, το οποίον ην η μεγαλητέρα τιμή οπού ημπόρουν να κάμωσιν[3]. Η Σπάρτη ενωθείσα μετά της Μεσσηνίας, έγινε μία από τας δυνατωτάτας επαρχίας της Ελλάδος[4], παραχωρούσα τα πρωτεία μόνον εις τας Αθήνας, την οποίαν εθεώρουν πάντοτε οι Σπαρτιάται με φθονερόν όμμα।

[1] Τυρταίος. Σελ. 2. και 3. έκδ. Γλασγ.
[2] κτ. κ. 3340.
[3] Πλ. Νομ. α. Τομ. Η.
[4] Pauw recherches sur les Grecs. Τομ. Β΄. σελ. 265.

Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΝΣΤ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805

2ος Μεσσηνιακός πόλεμος

Μετά μίαν αυστηράν υποταγήν τριάκοντα εννέα χρόνων[1], οι Μεσσήνιοι έκαμον τέλος πάντων μίαν ανδρικήν απόπειραν διά να ελευθερωθώσιν υπό την οδηγίαν του γενναιοτάτου, και εμπειροτάτου στρατηγού Αριστομένους. Η τύχη της πρώτης μάχης ην αμφιρρεπής, και οι Λακεδαιμόνιοι παρεκινήθησαν από το Μαντείον να ζητήσωσι στρατηγόν από τους Αθηναίους, οι οποίοι έστειλαν τον Τυρταίον, ποιητήν τινα και διδάσκαλον γραμμάτων[2], του οποίου το κύριον έργον ην να δημηγορή, και να επαγγέλη στίχους. Ούτος ο νέος στρατηγός πολλά ολίγον μεν ήρεσκε τοις Σπαρτιάταις, αλλ’ η προς το Μαντείον ευλάβεια εκράτει αυτούς ευπειθείς εις τας προσταγάς του· ως τόσον η τύχη των δεν εφαίνετο βελτιουμένη με την ευπείθειάν των, επειδή ενικήθησαν από τον Αριστομένη, όστις απωλέσας την ασπίδα του, εν ω κατεδίωκε τον εχθρόν, έγινε αιτία να μη νικηθώσιν οι Σπαρτιάται κατά κράτος. Μετ’ ολίγον υκολούθησε Δευτέρα, και Τρίτη φθορά των Λακεδαιμονίων, οίτινες απελπισθέντες, απεφάσισαν να κάμωσιν ειρήνην με κάθε λογής συνθήκην· πλην ο Τυρταίος τους διήγειρε τόσον με τας στρατιωτικάς του δημηγορίας, και με τα ηρωϊκά του ελεγεία[3], ώστε απεφάσισαν να πολεμήσωσι και εκ δευτέρου, και νικήσαντες, έλαβον εν ολίγω εις ένα ακροβολισμόν αιχμάλωτον τον Αριστομένη, και πεντήκοντα των οπαδών του.

[1] Παυσ. Φωκ. Κεφ. ΙΕ΄. κτ.
[2] Τρία ποιήματα του Τυρταίου σώζονται παρά Στοβαίω καίτινες στίχοι παρά Στράβωνι, και Παυσανία.
[3] Τυρταίος. Σελ. 2, και 3. εκδ. Γλασγ.

Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος


Ιστορία της Ελλάδος ΝΕ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805.

Παρθενίαι

Δεν πρέπει να παραδράμωμεν μίαν αξιομνημόνευτον περίστασιν των Λακεδαιμονίων εν τούτω τω πολέμω, καθ’ ον, ούσης της πόλεως κενής από όλους τους άνδρας, οίτινες ήσαν υποχρεωμένοι δι’ όρκων να μη επιστρέψωσι, πριν να τελειώσωσιν οι σκοποί των[1], αι γυναίκες εμήνυσαν εν τοσούτω αυτοίς, ότι διά την πολυχρόνιον απουσίαν ήθελεν εκλίπη το γένος των. Όθεν διά να αποφύγωσι τούτο το άτοπον, έστειλαν πεντήκοντα από τους πλέον ανδρειοτέρους νέους του στρατεύματος εις την Σπάρτην, συγχωρήσαντες να συνευρίσκωνται αδιαφόρως με όλας τας νέας γυναίκας, οπού τοις ήρεσκον. Τα δε παιδία τούτων των παρθένων ωνομάζοντο Παρθενίαι[2], τα οποία μετά την Σπαρτιατών επιστροφήν τόσον κατεφρονούντο, και υβρίζοντο, ώστε μετά τινα καιρόν ενωθέντα μετά των Ειλώτων απεστάτησαν, αλλ’ ευθύς ενικήθησαν[3], και διωχθέντα από την Σπάρτην, ήλθον υπό την οδηγίαν του αρχηγού των Φαλάντου εις Ιταλίαν[4], και κατώκησαν εις Τάρεντον[5]

[1] Ομόσαντες μη πρότερον επανήξειν οίκαδε, πριν ή Μασσήνην ανελείν, ή πάντας αποθνήσκειν. Στράβ. Βιβλ. Η΄.
[2] Αριστ. Πολ. Βιβλ. Ε΄. Κεφ. 7.
[3] Η Σπάρτη μετεχειρίσθη τους Παρθενίας με μεγάλην ημερότητα διά τον φόβον μάλλον, ή φιλανθρωπίαν. Στράβ. Βιβλ. ς΄.
[4] 707 πΧ
[5] Παυσ. Φωκ.

Τετάρτη, 8 Σεπτεμβρίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος

Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805

Α΄ Μεσσηνιακός πόλεμος

Διαταχθείσα λοιπόν η πόλις της Λακεδαίμονος ούτως, εσκοπιωρείτο μόνον αρμόδιον καιρόν, διά να φανερώση εις τας γειτνιαζούσας εχθρικάς επαρχίας την υπεροχήν της δυνάμεώς της. Ο μετ’ ολίγον πόλεμος μετά των Μεσσηνίων εδίδαξεν αυτούς το όφελος της στρατιωτικής αυτών συστάσεως· αλλ’ επειδή εγώ σπεύδω προς άλλα αναγκαιότερα συμβεβηκότα, θέλω ομιλήσει συντόμως περί τούτου, όσον δυνηθώ. Εν ιερόν της Αρτέμιδος, κοινόν τοις τε Μεσσηνίοις και Λακεδαιμονίοις, ευρίσκετο εις τα όρια και των δύο επαρχιών[1]. Εν τούτω τω ιερώ κατηγορήθησαν οι Μεσσήνιοι, ότι εβιάσαντο μερικάς Σπαρτιάτιδας παρθένας, και εφόνευσαν τον βασιλέα της Σπάρτης Τήλεκλον, οπού έδρμε προς υπεράσπισίν των. Οι δε Μεσσήνιοι ηρνούντο τούτο, λέγοντες, ότι αυταί αι λεγόμεναι παρθένοι ήσαν νεόι άρδρες, ενδεδυμένοι ούτω με κεκρυμμένα εγχειρίδια, τους οποίους είχε βάλη ο Τήλεκλος με κακόν σκοπόν κατά των Μεσσηνίων. Μετ’ αυτήν την διχόνοιαν ηκολούθησεν εν ολίγω και ετέρα εκ μέρους των Μεσσηνίων. Μεσσήνιός τις, ονόματι Πολυχάτης, όστις είχε νικήση εις τους Ολυμπιακούς αγώνας, έδωκεν εις ένα Λακεδαιμόνιον, ονόματι Εύαιφνον, μερικάς βους προς βοσκήν, με συμφωνίαν να πληρώσγ διά τον κόπον του ένα μέρος του καρπού αυτών· αλλ’ ο Εύαιφνος πωλήσας τας βους, διϊσχυρίζετο ότι τας έκλεψαν. Ο Πολυχάρης έστειλε τον υιόν του διά να ζητήση τα χρήματα· αλλ’ ο Εύαιφνος φονεύσας αυτόν, κατέπεισε τους συμπολίτας του, να μη δώσωσι καμμίαν ικανοποίησιν. Ο Πολυχάρης, λοιπόν, απεφάσισε να εκδικηθή, φινεύων όλους τους Λακεδαιμονίους, οπού εύρισκε καθ’ οδόν[2]. Εκ τούτου διηγέρθησαν παράπονα, και λογοτριβαί μεταξύ των δύο επαρχιών, έως ου τέλος κατήντησε το πράγμα εις γενικόν πόλεμον[3], του οποίου η έκβασις έμεινε διά πολλών χρόνων αβέβαιος, και αμφιρρεπής[4]. Εις ταύτην την κατάστασιν, έστειλαν οι μεσσήνιοι, ίνα ερωτήσωσι το Μαντείον εν Δελφοίς συμβουλήν, το οποίον εζήτει την θυσίαν μιας παρθένου από το γένος του Αιπύτου[5]. Αφ’ ου έρριψαν κλήρον μεταξύ των απογόνων τούτου του βασιλέως, ο κλήρος έπεσεν εις την θυγατέρα του Λυκίσκου· επειδή δε αύτη ενομίζετο ως νόθος, ο Αριστόδημος επρόσφερε την εδικήν του, την οποίαν όλοι ως γνησίαν αυτού κόρην ωμολόγουν. Ως τόσον, ο εραστής αυτής, βουλόμενος ίνα εμποδίση τον θάνατόν της, εκήρυξεν, ότι αυτή ην εγκαστρωμένη απ’ αυτόν· αλλ’ ο πατήρ της ωργίσθη τόσον, ώστε έσχισεν ιδιοχείρως την κοιλιάν της, διά να αποδείξη την αθωότητά της. Αύτη η θυσία προυξένησε τόσον ενθουσιασμόν, οπού έδωκεν επ’ ολίγον εις τους Μεσσηνίους την υπεροχήν εις τον πόλεμον· αλλά τέλος ενικήθησαν, πολιορκηθέντες εν τη Ιθώμη, όπου ο Αριστόδημος, βλέπων ουδεμίαν ελπίδα σωτηρίας, εφονεύθη αυτοχειρί επί τον τάφον της θυγατρός του[6].

Με αυτόν έπεσε και το βασίλειον της Μεσσήνης, όχι όμως χωρίς σκληράν ανθίστασιν των Μεσσηνίων και πολλήν φθοράν του Λακεδαιμονίου στρατού εις όλον αυτό το εικοσαετές διάστημα[7].

[1] Παυσ. Κεφ. Δ΄.
[2] Παυσ. Κεφ. Δ΄.
[3] 742 πΧ
[4] Τότε εβασίλευον εν Σπάρτη ο Αλκαμένης και ο Θεόπομπος.
[5] Παυσ. Κεφ. Δ΄.
[6] 3280 κτ. κ.
[7] Ενταύθα παύει ο πρώτος Μεσσηνιακός ονομαζόμενος πόλεμος.

Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΝΓ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805
_
Όταν ο Λυκούργος ετελείωσε τας στρατιωτικάς του διαταγάς, και αφ’ ου η συσταθήσα παρ’ αυτού πολιτεία εφάνη ικανώς δυνατή να συντηρήται αυτή δι’ εαυτής, η τελευταία του φροντίς ην να δώση αυτή όλην την ενδεχομένην διάρκειαν. Όθεν είπεν εις τον λαόν, ότι με το να έλειπεν έτι ένα πράγμα διά να τελειώση ο σκοπός του, έπρεπε να υπάγη εις τους Δελφούς, να ερωτήση το μαντείον του Απόλλωνος περί των νόμων του. Τότε κατέπεισεν αυτούς να κάμωσιν όρκον υποσχόμενοι, ότι θέλουσι φυλάξει τους νόμους του απαρασάλευτα έως της επιστροφής του, και έπειτα ανεχώρησεν, αποφασίσας να μη ιδή πλέον την Σπάρτην. Όταν έφθασεν εις τους Δελφούς, ηρώτησε τον χρησμόν, αν οι νόμοι του ήσαν ικανοί, διά να κάμωσι τους Λακεδαιμονίους ευτυχείς, και λαβών απόκρισιν, ότι δεν εχρειάζοντο άλλο τι προς εντέλειαν, την μεν απόκρισιν έστειλεν εις Σπάρτην, αυτός δε απεχόμενος τροφής διά τινων ημερών, απέθανε θεληματικώς, ή ως άλλοι λέγουσιν, απέθανε φυσικώς εν τη Κρήτη, προστάξας να καή το σώμα του, η δε στάκτη να ριφθή εις την θάλασσαν[1]. Ο θάνατος τούτου του μεγάλου Νομοθέτου έδωκεν ένα κύρος, και μίαν αγιότητα εις τους νόμους του, το οποίον ην αδύνατον να γένη, αν αυτός έζη. Οι Σπαρτιάται εθεώρουν τον θάνατόν του ως την ενδοξοτάτην από όλας τας πράξεις του, και ως το ευγενικώτερον τέλος όλων των προτέρων του εκδουλεύσεων, και κτίσαντες ναόν, τον απεθέωσαν μετά τον θάνατόν του. Αυτοί ενόμιζον εαυτιούς ως δεδεμένους, και υποχρεωμένους από κάθε δεσμόν ευγνωμοσύνης τε και θρησκείας, να φυλάττωσι σώους τους νόμους του· και η πολυχρόνιος διαμονή της διοικήσεως των Σπαρτιατών, είναι σημείον, ότι επέμειναν εις την απόφασίν των[2].

[1] Πλ. Εν Λυκ. Ιους. Γ΄. 3. Σουίδ. Εν λέξει Λυκούργος.
[2] Οι νόμοι του Λυκούργου παρετηρήθησαν αβλαβώς πεντακόσια έτη, έως του Αίγιδος, υιού του Αρχιδάμου. Πλουτ. Εν Λυκ.

Τετάρτη, 14 Ιουλίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΝΒ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805

Τοιούτον ην εν γένει το πνεύμα των του Λυκούργου νόμων[1], οίτινες διά το τέλος των επεσπάσαντο την υπόληψιν, και τον θαυμασμόν όλων των πέριξ εθνών. Οι λοιποί Έλληνες απατώμενοι από λαμπράς μάλλον, ή ωφελίμους αρετάς, αθαύμαζον τους νόμους του Λυκούργου, οι οποίοι επενοήθησαν διά να κάμνωσι τους ανθρώπους πολεμικούς μάλλον, ή ευδαίμονας, και να προξενώσιν αναισθησίαν αντί ηδονής. Εις ένα πολιτικόν άνθρωπον δεν φαίνεται η πόλις της Λκεδαίμονος άλλοτι, ειμή μία στρατιωτική φρουρά φυλαττομένη, και τρεφομένη από τους κόπους παμπόλλων δούλων. Οι Σπαρτιατικοί νόμοι δεν ήσαν αυστηρότεροι από πολλούς στρατιωτικούς νόμους μεωτέρων βασιλέων· επειδή ο αυτός κόπος, η αυτή παιδεία, πτωχεία, και υποταγή, οπού συνειθίζοντο διά πολλών αιώνων εις την Σπάρτην, ευρίσκονται και τώρα εις πολλάς φρουρουμένας πόλεις της Ευρώπης.

Και η μόνη διαφορά μεταξύ ενός Λάκωνος στρατιώτου, και ενός φρουρού εν Γραβελίνω, μοι φαίνεται είν’ αυτή· ότι ο μεν Λάκων είχε την άδειαν να υπανδρεύηται εις τους τριάκοντα χρόνους, εν ω εις τον δεύτερον είν’ απηγορευμένον τούτο διά βίου· και ο μεν ζη εις το μέσον μιας πεπολιτισμένης επαρχίας, την οποίαν ελπίζει να διαυθεντεύση, ο δε έζη εις το μέσον ενός αριθμού πεπολιτισμένων επαρχιών, τας οποίας δεν είχε κλίσιν να βλάψη. Ο δε πόλεμος είναι επίσης το έργον και των δύο, και η εκστρατεία είναι συχνάκις μία μεγάλη αναψυχή από το αυστηρότερον κασθήκον μιας κεκλεισμένης φρουράς[2]

[1] Οι νόμοι του Λυκούργου δεν ήσαν γεγραμμένοι επειδή το γράφειν ην έτι άγνωστον.
[2] And a campaign is frequently a relaxation from the more rigorous confinement of garrison duty.

Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος


Ιστορία της Ελλάδος ΝΑ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805

Κρυπτία


Ούτω λοιπόν εμπιστευόμενος ο Λυκούργος μόνον εις την ανδρείαν των λακεδαιμονίων την ασφάλειαν, εμπόδιζε να περιτειχίσωσι την πόλιν, λέγων, ότι το τείχος από ανθρώπους ήτον κάλλιον από ένα τείχος λίθων, και ότι μία περικεχαρακωμένη ανδρεία δεν διαφέρει από την δειλίαν. Επ’ αληθείας, μία πόλις, εν η ήσαν τριάκοντα χιλιάδες μάχιμοι άνδρες, δεν εχρειάζετο τειχών προς υπεράσπισιν· και μόλις ευρίσκομεν εις την ιστορίαν καν ένα παράδειγμα, ότι υπέμειναν ποτέ να διωχθώσιν έως εις το τελευταίον των καταφύφιον. Ο πόλεμος, και αι εξ αυτού τιμαί ήσαν το μόνον εφετόν πράγμα αυτοίς, εν ω οι Είλωτες εφρόντιζον υπέρ των αγρών, και έκαμνον όλας τας δουλικάς υπηρεσίας. Ούτοι οι δυστυχείς άνθρωποι ήσαν τρόπον τινά δεδεμένοι εις την Λακωνικήν· επειδή ο νόμος δεν επέτρεπε να τους πωλώσιν εις ξένους, ή να τους απελευθερώσιν. Ανίσως δε πότε η πολυπλασίασίς των ην μεγάλη, ή ύποπτος εις τους απηνείς δεσπότας των, ην ένα μυστικόν έργον, ονομαζόμενον Κρυπτία, καθ’ ο συνεχωρούντο οι πολίται να τους εξολοθρεύωσιν. Ο Πλούταρχος αθοώνει[1] μεν τον Λυκούργον από ταύτης της βαρβαρικής αυστηρότητος, πλην είναι πασίδηλον, ότι οι νόμοι του δεν ήσαν ικανοί να εμποδίσωσι τον λαόν από μίαν τοιαύτην ουτιδανή, και απάνθρωπον πράξιν. Η δε Κρυπτία ην τοιαύτη· πολλοί νέοι έχοντες ξιφίδια, και τροφήν αναγκαίαν, εξήρχοντο σωρηδόν της πόλεως, και κρυπτόμενοι μεθ’ ημέραν εις τους κλάδους, έτρεχον την νύκτα, και απέσφαζον όσους Είλωτας απήντων.

Ο Θουκυδίδης λέγει, ότι δυσχίλιοι από τούτους τους δούλους έγιναν παραχρήμα αφανείς, χωρίς να ακουσθή τι μετέπειτα περί αυτών[2]. Τούτο υπάρχει τη αληθεία πολύ παράδοξον, πώς ένα τοιούτον έθνος, ως οι Σπαρτιάται, οι περίφημοι άλλως διά την προς τους εχθρούς ημερότητα, διά την προς τους γέροντας ευλάβειαν, διά την προς τους άρχοντας υπακοήν, και διά την προς αλλήλους φιλίαν, αυτοί, λέγω, να φέρωνται τόσον αλόγως και θηριωδώς προς τους υποδεεστέρους των, τους οποίους έπρεπε να θεωρώσιν εν παντί πράγμασι ως ισοτίμους, ως συμπατριώτας, και οι οποίοι μόνον παρά νόμον έγιναν δούλοι. Ως τόσον κανένα δεν είναι τόσον βέβαιον, όσον η απάνθρωπος μεταχείρισις αυτών· επειδή ούτοι όχι μόνον ήσαν καταδεδικασμένοι εις τας βαρυτάτας υπηρεσίας, αλλά και πολλάκις εφονεύοντο χωρίς λόγου· και πολλάκις μεθύοντες αυτούς, τους εδείκνυον εμπαικτικώς εις τους παίδας, διά να τους φοβίσωσιν από τοιαύτην άλογον ασωτείαν.



[1] Αντί του σωστού αθωώνει, προφανές τυπογραφικό λάθος
[2] Ο Αναγνώστης θέλει ιδή παρά τω Θουκυδ. Βιβλ. Δ΄. παρ. π΄. ότι τούτο δεν έγινεν, ως λέγει ο Γολδσμιθ, εν τη Κρυπτία.

Τετάρτη, 30 Ιουνίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος


Ιστορία της Ελλάδος Ν΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805

Μεταξύ των νόμων τούτου του Νομοθέτου ην απαγορευμένον να κάμωσι συχνούς πολέμους κατά των αυτών εχθρών[1], διά να μη στερεώση καμμία άκρα εχθροπάθεια μεταξύ αυτών, και διά να μη γένωσιν οι εχθροί διά της συνεχούς γυμνάσεως μαχιμώτεροι και ούτως εγίνετο η ειρήνη συχνότερον.

Οσάκις έτρεπον οι Λακεδαιμόνιοι τους εχθρούς εις αταξίαν και φυγήν, δεν εδίωκον αυτούς περαιτέρω, ει μη όσον ην αναγκαίον να βεβαιώσωσι την νίκην, νομίζοντες ικανώς γενναίον και ελληνικόν, να τους νικήσωσι μόνον, και αισχυνόμενοι να αφανίσωσιν εξ ολοκλήρου τον εχθρόν, οπού παρεδίδετο, ή έφευγε. Τούτο ην ου μόνον καλόν, και μεγαλόψυχον, αλλά και χρησιμώτατον· επειδή ο εχθρός ειδώς, ότι όλοι οι ανθιστάμενοι θανατώνονται, πολλάκις έφευγεν, ων βέβαιος, ότι τούτο ην το μόνον μέσον της σωτηρίας του. Κατ’ αυτόν τον τρόπον η αδράνεια και η γενναιότης εφαίνοντο τα αρχικά ελατήρια ταύτης της νέας πολιτείας, καθ’ α τα άρματα ήσαν η μόνη γύμνασίς των και επιτήδευσις, και η ζωή των ην εν τω στρατοπέδω πολύ κουφοτέρα, παρά εν τη πόλει. Οι Σπαρτιάται ήσαν το μόνον έθνος του κόσμου, εις το οποίον ο καιρός του πολέμου ην καιρός αναπαύσεως και ανακωχής· επειδή η αυστηρότης της παιδείας των ηλαττούτο, και οι άνδρες είχον περισσοτέραν ελευθερίαν. Ο πρώτος και απαράβατος νόμος[2] αυτοίς ην, να μη στρέφωσι ποτέ τα νώτα εις τον εχθρόν, όσον ολιγώτεροικαι αν ώσιν απ’ αυτόν κατά τον αριθμόν, μήτε να παραδίδωσι τα όπλα πριν του θανάτου. Διό και όταν ο ποιητής Αρχίλοχος ήλθεν εις Σπάρτην, ηναγκάσθη να φύγη από την πόλιν, επειδή είπεν εις ένα των ποιημάτων του, ότι κάλλιον ήτον εις ένα άνθρωπον να ρίψη τα όπλα, παρέξ να κινδυνεύση[3]. Κατ’ αυτόν λοιπόν τον τρόπον αποφασίζοντες ήτοι να νικήσωσιν, ή να αποθάνωσιν, ήρχοντο εις τον πόλεμον φαιδρώς, όντες βέβαιοι, ότι ήθελον απολαύση μίαν τροπαιούχον νίκην, ή εκείνο οπού αυτοί ετίμων επίσης, ένα ένδοξον θάνατον.


[1] Πλουτ. Αποφθ.
[2] Ηροδ. Βιβλ. Ζ΄.
[3] Πλουτ. Λακων. Επιτηδ.

Τετάρτη, 23 Ιουνίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΜΘ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805.

η καθημερινή ζωή

Εκτός τούτων των κυρίων νόμων, ήσαν και άλλοι πολλοί γενικοί νόμοι, οι οποίοι απηγόρευον τοις πολίταις να γυμνάζωνται πάσαν μηχανικήν τέχνην, ήτις εδύνατο να τους φέρη εις τρυφήν· το δε κύριον έργον αυτών ήσαν αι σωματικαί γυμνάσεις, και το κυνηγέσιον. Οι Είλωτες, οίτινες απώλεσαν πρότινων χρόνων την ελευθερίαν, και κατεδικάσθησαν εις αιώνιαν δουλείαν, εγεώργουν αντ’ εκείνων την γην, λάμβάνοντες μισθόν του κόπου μόνον την τροφήν. Οι πολίται, λοιπόν, έχοντες αρκετά εισοδήματα, και ευκαιρίαν, συνήγοντο ως επί το πλείστον αγεληδόν εις τα δημόσια συσσίτια, και συνδιειλέγοντο, και πολύ ολίγον καιρόν έμενον μόνοι, όντες συνειθισμένοι, ως αι μέλισσαι, να ζώσι πάντοτε ομού, πάντοτε προσεκτικοί, και υπήκοοι εις τους άρχοντάς των, και αρχηγούς. Το πρώτον κυριεύον πάθος αυτών ην η αγάπη της πατρίδος, και του λοιπού κοινού καλού, και παν ιδιαίτερον όφελος αντηλλάττετο με την επιθυμίαν του γενικού καλού. Ο Παιδάρητος, αφ’ ου έχασε την ελπίδα να εγκριθή και αυτός εις τους τριακοσίους, οπού είχον την πρωτεύουσαν τιμήν εν τη πόλει, αντί να συγχισθή, απεκρίθη χαίρων, ότι η πόλις έχει τριακοσίους πολίτας καλλιτέρους απ’ αυτόν.

Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος


Ιστορία της Ελλάδος ΜΗ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805


η νόμιμη απιστία στον γάμο

Ως τόσον δεν πρέπει να αποσιωπήση τις, ότι εις μίαν πόλιν, όπου αι γυναίκες είχον τόσην φιλοδοξίαν, δεν ήσαν επίσης περίφημοι και διά την προς τους συζύγους πίστιν. Και τη αληθεία δεν ήτον κανείς νόμος κατά της μοιχείας, και μία αλλαγή των ανδρών εγίνετο συχνάκις μεταξύ των γυναικών(1), με την συγκατάνευσιν όμως και των δύο μερών, το οποίον έκαμνε περιττάς τας οχληράς τελετάς ενός διαζυγίου. Ηδέ αιτία της τοιαύτης αμοιβαίας ελευθερίας δεν απέβλεπε τόσον προς ευχαρίστησιν της ορέξεως, όσον προς ευδοκίμησιν του σπέρματος των πολιτών, συνευρισκομένων τοιούτων, όσοι είχον αμοιβαίαν κλίσιν. Εν αληθεία, ο Λυκούργος, φαίνεται, εις πολλούς νόμους(2) επέτρεπε να γίνωνται τα κατ' ιδίαν εγκλήματα προς κοινόν συμφέρον, οίον και τούτο.

(1) Ξεν. Λακ. πολ. ά. Πλ. εν Λυκ. Κατά Πλάτωνα (Αλκ. ι. τομ. Ε΄.) εξαιρούντο αι βασίλισσαι, αι οποίαι εφυλάττοντο από τους Εφόρους, διά να μη μολυνθή το βασιλικόν αίμα των Ηρακλειδών.
(2) Εκτός του Ξενοφώντος και Πλουτάρχου, ιδέ περί ανατροφής των Σπαρτιατών και Πλάτωνα εν Προταγ.

Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΜΗ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805

Οι Σπαρτιάτισσες

Η δε παιδεία των παρθένων ην επίσης αυστηρά καθώς και των παίδων, επιδή και αυταί εγυμνάζοντο εις παντοτεινούς κόπους, και επιτηδεύματα έως των είκοσι χρόνων, προ των οποίων δεν ήτον συγχωρημένον να υπανδρεύωνται. Όθεν και αυταί είχον τα ιδιαίτερα γυμνάσματα, δηλαδή έτρεχον, επάλαιον, έρριπτον δίσκους και ακόντια, κάμνουσαι όλα αυτά γυμναί ενώπιον πάντων των πολιτών, και τούτο δεν ενομίζετο άτιμον, επειδή η συχνή θεωρία του υποκειμένου, υπετίθετο ότι ολιγοστεύει μάλλον πάσαν άλογον επιθυμίαν, ή διεγείρει. Μία τοιαύτη ανδρική ανατροφή δεν έλιπε να κάμη Σπαρτιάτιδας γυναίκας κατά τον σκοπόν των. Αυταί ήσαν ανδρείαι, ολιγαρκείς, φιλοπάτριδες, και πλήρεις φιλοτιμίας και φιλοδοξίας. Μία ξένη γυνή ομιλούσα ποτέ μετά της γυναικός του Λεωνίδου, είπεν, ότι αι Λάκαιναι εγίγνωσκον μόνον πώς να άρχωσι των ανδρών. Προς ην απεκρίθη εκείνη τολμηρώς και γενναίως, ότι μόναι ημείς αι Σπαρτιάτιδες γεννώμεν άνδρας(1). Όταν εις υιός επήγαινεν εις τον πόλεμον, έδιδεν αυτώ η μήτηρ την ασπίδα λέγουσα, ή ταν ή επί τας(2), δηλ. Ή αυτήν, ή επ’ αυτήν, φανερώνουσα διά τούτου, ότι κάλλιον ηγάπα να τον φέρωσι νεκρόν επάνω της ασπίδος, παρέξ να την ρίψη και να φύγη. Άλλη Σπαρτιάτισσα ακούουσα, ότι ο υιός της εφονεύθη κατά την μάχην υπέρ της πατρίδος, απεκρίθη χωρίς ταραχής(3), διά τούτο τον εγέννησα εις τον κόσμον. Μετά την μάχην οπού έγινεν εις τα Λεύκτρα, οι μεν γονείς εκείνων των υιών, οι οποίοι απέθανον εν τη μάχη, έδραμον εις τους ναούς δοξάζοντες τους θεούς, ότι οι υιοί των επλήρωσαν το χρέος των, οι δε γονείς εκείνων, όσοι δεν εφονεύθησαν εκείνην την ημέραν, εφαίνοντο απαρηγόρητοι(4)

(1) Μόναι γαρ τίκτομεν άνδρας. Πλ. Εν Λυκ.
(2) Στοβ. Έκλ. 7. meurs. Ι1.2. Πλουτ. Λακ. αποφθ.
(3) Cic. Tusc. Quaest. I. 1.
(4) Πλουτ. Εν Αγης.

Παρασκευή, 4 Ιουνίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΜΖ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805

Από παιδιά, Άντρες

Κάθε νόμος αφώρα να σκληρύνη την γνώμην των παίδων προς πόλεμον, οι οποίοι, διά να συνεθίσωσιν εις στρατηγήματα, και αιφνιδίους εισβολάς κατά των εχθρών, είχον την ελευθερίαν να κλέπτωσιν αναμεταξύ των, πλην όταν εφωρώντο, επαιδεύοντο διά την ανεπιτηδειότητά των. Μία τοιαύτη, λοιπόν, ελευθερία δεν διέφερε πολύ από μίαν απαγόρευσιν του κλέπτειν, επειδή όταν εφωρώντο, επαιδεύοντο διά την κλοπήν. Και τω όντι διά ταύτης της διαταγής επαιδεύετο δικαίως η αμέλεια των κτητόρων διά της απωλείας των κτημάτων. Πλην οι μετ’ αυτόν νομοθέται δεν έδωκαν την αναγκαίαν προσοχήν εις τούτο(1).

Γενόμενοι δε δωδεκαετείς οι παίδες, προεχώρουν εις ανωτέραν τάξιν, όπου διά να μη ενριζώσωσι τα εις αυτήν την ηλικία συνηθισμένα εγκλήματα, επέτεινον αυτών την άσκησιν κατά βαθμόν της αυξανούσης ηλικίας των. Ενταύθα είχον τα παιδία τον διδάσκαλόν των εκ των καλών και αγαθών Σπαρτιατών, ονομαζόμενον Παιδονόμον. Ούτος δε έκλεγεν από των παιδίων τον σωφρονεστατον και μαχιμώτατον των λεγομένων Ειρένων(2), οι οποίοι έπρεπε να κάμωσι μίαν σταθερωτέραν, και άμεσον προσταγήν επ’ αυτά. Προς τούτοις αυτά έκαμνον ήδη ακροβολισμούς μεταξύ δύο μερών, και συνεκρότουν τακτικάς μάχας μεταξύ μαγάλων σωμάτων. Πολλάκις δε εμάχοντο με χείρας, πόδας, οδόντας, και όνυχας ούτω σκληρώς και ανδρείως, ώστε συχνάκις, πριν τελειώση ο αγών, απώλλυον τα όμματά των, ή και αυήν την ζωήν(3). Τοιαύτη ην η παντοτεινή παιδεία της νεότητός των, η οποία διήρκει έως τριάκοντα χρόνων, προ των οποίων δεν ήτον θεμιτόν να υπανδρεύωνται, ούτε να στρατεύωνται, ούτε να έχωσι τινά πολιτικήν υπηρεσίαν.

(1) Ο Συγγραφεύς παραλογίζεται, επιδή οι παίδες, οπού έκλεπτον μάλιστα οπώρας και τροφάς, επαιδεύοντο, ότε επιάνοντο, διά να γένωσι πανουργότεροι και τολμηρότεροι.
(2) Cic. Quaest. Tusc. V. 37. Παυσ. Γ΄. 14.
(3) Είρενες ωνομάζοντο, όσοι είχον απεράση το δεύτερον έτος μετά την παιδικήν ηλικίαν και ο τοιούτος Είρην ην εικοσαετής, και ως υποδιδάσκαλος τοις Παιδονόμοις. Πλουτ. Εν Λυκ.

Τετάρτη, 26 Μαΐου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΜΣΤ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805


σκληρή παιδεία


Όλαι αι επιδεικτικαί απιστήμαι ήσαν εξωρισμέναι απ' αυτήν την απλήν Αριστοκρατίαν, επειδή η μόνη σπουδή των Σπαρτιατών ην, να υποφέρωσι κληραγωγίας και κόπους, και η μόνη καύχησίς των να υποτάσσωνται, μεταχειριζόμενοι κάθε τέχνην του να σκληρυνθώσιν εναντίον παντός μέλλοντος κινδύνου. Προς τούτο συνείθιζον κάθε χρόνον να δαίρωσι τα παιδία εις τον βωμόν της Αρτέμιδος, και όποιον υπέφερε τούτο με την μεγαλωτάτην ανδρείαν, εκηρύττετο νικητής επί παρουσία γονέων, και συγγενών, και όλης της πόλεως. και πολλά απέθνησκον υπό αυστηρότητος της παιδείας, χωρίς καν να στενώσωσιν, ή να δείξωσι παράπονον, ή λύπην(1).


Και αυτοί οι πατέρες των, όταν τα έβλεπον κατηματωμένα, και κατατετραυματισμένα, και έτοιμα να εκπνεύσωσι, παρεκίνουν αυτά να υπομείνωσιν έως τέλους σταθερώς και ανδρείως. Ο Πλούταρχος, ο οποίος λέγει, ότι είδε πολλά παιδία, οπού απέθανον απ' αυτήν την σκληρήν παιδείαν(2), μας βεβαιοί περί ενός παιδός, οπού έκλεψε μίαν αλώπεκα, και κρύψας υπό τον χιτώνα του, επρόκρινε κάλλιον να ξεσχίση η αλώπηξ και αυτά τα έντερά του, παρέξ να φανερώση την κλοπήν(3)


(1) Πλουτ. Cic. quaest. Tusc. 11. 14. Seneka de providentia.

(2) Εάν ο Πλούταρχος δεν αντέγραψε κατά λέξιν παλαιόν τινα Συγγραφέα, ψεύδεται, επειδή τοιούτον τι εις τον καιρόν του δεν υπήρχεν. Ιδέ Beds Uberfessung. Seite 25.

(3) Πλ. εν Λυκ. Αύτη εστάλη ίσως υπό τινος Σπαρτιάτου από το κυνηγέσιον κατά την συνήθειαν.

Τετάρτη, 19 Μαΐου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΜΕ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805


περί της εκπαιδεύσεως των παίδων


Τα δε παιδία οπού εγεννώντο χωρίς τινος μεγάλου σωματικού ελαττώματος, ενεγράφοντο ως παιδία της επαρχίας, και παρεδίδοντο εις τους γονείς των, διά να ανατραφώσι με αυστηρότητα και σκληραγωγίαν, τα οποία συνειθίζοντο εκ νεαράς ηλικίας να μη κάμνωσι διαφοράν εις τα φαγητά, να μη φοβώνται εις το σκότος, ή ότε αφήνοντο μόνα, να μη κλαυθμυρίζωσι, να περπατώσιν ανυπόδητα, να κοιμώνται κατά γης, να φορώσι τα αυτά ιμάτια χειμώνος και θέρους, και να μη φοβώνται ουδαμώς τους ομήλικάς των. Όταν δε εγίνοντο επτά χρόνων, ελαμβάνοντο από τους γονείς, και παρεδίδοντο εις τα διά την δημοσίαν ανατροφήν διωρισμένα σχολεία, όπου η άσκησίς των ην ως μία προπαρασκευή εις την σκληραγωγίαν, εγκράτειαν, και υπακοήν, και το σοφώτερον και εμειρότερον τούτων είχε την εξουσίαν να διοική, και να παιδεύη τα απειθή. Αλλά και αυταί αι περιδιαβάσεις, και γυμνάσειςτων ήσανδιατεταγμέναι κατά την αυστηροτάτην παιδείαν, και πλήρεις πόνων και σκληραγωγιών. Επειδή περιεπάτουν ανυπόδητα, ξυρισμένα την κεφαλήν, και εμάχοντο αναμεταξύ των γυμνά. Εις την τράπεζαν συνείθιζον οι διδάσκαλοι να διδάσκωσι τα παιδία, ερωτώντες αυτά προβλήματα περί ηθικών πράξεων, και περί αρετών των περιφανεστέρων συγχρόνων ανδρών. Τα δε παιδία έπρεπε να δίδωσι ταχείαν, και ζωηράν απόκρισιν με λόγους όσον το δυνατόν Λακωνικούς, ήτοι συντομωτάτους, επειδή η Λακωνική διάλεκτος ην τόσον φειδόλογος, όσον εξ εναντίας τα νομίσματα ήσαν βαρέα και ογκώδη

Τετάρτη, 12 Μαΐου 2010

Ιστορία της Ελλάδος


Ιστορία της Ελλάδος ΜΔ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805


Καιάδας

Μία τοιαύτη αυστηρά προσταγή, ήτις απηγόρευε πάσαν ηδονήν και πολυτέλειαν, δεν ήρεσκε παντελώς τοις πλουσίοις, οίτινες εύρισκον οσημέραι προφάσεις να ονειδίζωσι τον Νομοθέτην διά τας καινοτομίας του. Διό συνέβαινον συχνοί θόρυβοι, και εις ένα τούτων νεανίσκος τις, ονομαζόμενος Άλκανδρος, απέκοψε τον ένα οφθαλμόν του Λυκούργου, προς ον όμως ευρισκόμενος ευνοϊκώς ο λαός, και θυμωθείς επί τη τόλμη του Αλκάνδρου, περέδωκε τούτον εις χείρας του Λυκούργου, διά να τον παιδεύση κατ’ αξίαν. Αλλ’ ο Λυκούργος αντί να θυμωθή αλόγως, ωκειώσατο τον εχθρόν του με κάθε τέχνην ευνοίας τε και φιλίας, ώστε τελευταίον ο πονηρότατος και αυθαδέστατος από όλους τους Σπαρτιάτες πρότερον, εγένετο νυν ο νουνεχέστατος και σωφρονικώτατος, και ο χρησιμώτατος συμβοηθός προς στερέωσιν των νέων νόμων του Λυκούργου.

Κατ’ αυτόν τον τρόπον επιμένων ο Λυκούργος σταθερώς εις τους σκοπούς του, και απτόητος εις κάθε ενάντιον, επεχείρισε την μεταρρύθμισιν, και διακόσμισιν των ηθών των συμπολιτών του. Επειδή δε η ανατροφή των παίδων ην η πρωτίστη φροντίς ενός Νομοθέτου, εφρόντισε πρωϊμώτατα να ενστάξη εν ταις ψυχαίς των παίδων τοιαύτας αρχάς, καθ’ ας έμελλον να γεννώνται τρόπον τινά με συναίσθησιν τάξεως και παιδείας. Η καθολική δόξα του ην, ότι τα παιδία ήσαν το κύριον κτήμα της πατρίδος, και ανήκον περισσότερον εις την πολιτείαν, παρέξ εις τους γονείς των(1). Όθεν και ήρξατο κατ’ αυτήν την σύλληψιν αυτών, υποχρεώνων πάσαν μητέρα να μεταχειρίζεται τοιαύτην δίαιταν και γύμνασιν, οία εχρειάζετο προς γέννησιν ενός ανδρείου, και υγιούς παιδίου. Επειδή δε κατ’ εκείνον τον καιρόν όλοι οι νόμοι φέρουσιν ίχνη εν εαυτοίς της σκληρότητος, και αγριότητος των καιρών, δεν είναι παράδοξον, αν ο Λυκούργος διώρισε να κρημνίζωνται εις ένα βάραθρον (Αποθέτας) πλησίον του όρους Ταϋγέτου όλα τα παιδία, οπού ήσαν δύσμορφα, αδύνατα, και επομένως άχρηστα εις μίαν ταλαιπωρητικήν, και εύτονον ζωήν. Τούτο εθεωρείτο ως δημοσία τιμωρία των μητέρων. Και αυτός επενοήθη ο συντομώτερος δρόμος, διά να ελευθερωθή η πατρίς από παντός μέλλοντος οχληρού βάρους.

(1) Αριστ. Πολ. Βιβλ. Η΄.

Τετάρτη, 5 Μαΐου 2010

Ιστορία της Ελλάδος


Ιστορία της Ελλάδος ΜΓ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805.

Ο Μέλας Ζωμός

Και αυτά τα παιδία ελάμβανον μέρος εις αυτά τα συσσίτια, όπου εισήγοντο ως εις διδασκαλεία σωφροσύνης τε και μετριότητος. Εις αυτά τα λιτά συμπόσια ήσαν απηγορευμέναι αι αισχραί και απαίδευτοι ομιλίαι, αι πολύλογοι διατριβαί, και η μεγαληγορία. Καθείς εσπούδαζε να εκφράζη τα νοήματά του με την ενδεχομένην ευκρίνειαν και συντομίαν, και η μεν αγχίνοια ην ο άρτυμα των φαγητών, η δε άκρα σιωπή έδιδε την ασφάλειαν εις την διατριβήν(1). Ευθύς οπού νέος τις εισέβαινε εις το συσσίτιον, ο πρεσβύτερος της συντροφίας συνείθιζε να λέγη προς τον νέον, δεικνύων με τον δάκτυλον προς την θύραν. Χωρίς να ομιλήσης έξω τίποτε, πορεύου ταύτην την οδόν(2). Το δε συνηθέστερον αυτοίς φαγητόν ην ο μέλας ζωμός, του οποίου η κατασκευή δεν είναι άγνωστη, πλην κρέας δεν περιείχεν, επειδή αυτοί δεν το έτρωγον, και ημπορεί να ωμοίαζε με τους από φακών ζωμούς, οπού συνεθίζονται μέχρι της σήμερον κατά την Ήπειρον. Ο Διονύσιος ο τύραννος(3) εύρεν αυτόν πολλά αηδή, προς ον όμως ορθώς απεκρίθη ο μάγειρος, ότι ο ζωμός ην πολλά αηδής, μη ων αρτυμένος με πείναν(4).

(1) Wit was admitted to season the banquet, and secrecy to give it security.
(2) Διά τούτων έξω λόγος ουκ εκπορεύεται. Πλουτ. εν Λυκ.
(3) Cic. quaest. Tusc. lib. 5.
(4) Εν ανάκδοτον εξ Αθηναίου του Δειπνοσοφιστού (Η΄. Κεφ. 6.) είναι αξιοσημείωτον. Συβαρίτης τις συνέφαγε κατά τύχην μετά των Σπαρτιατών, και μετά το φαγείν είπε προς τούτους, ότι αυτοί ήσαν ανδρειότατοι πάντων, επειδή ασυγκρίτως μυριάκις ήθελε προτιμήση τις τον θάνατον, παρά να φάγη τον αθλιέστατον μέλαν ζωμόν των.

Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος


Ιστορία της Ελλάδος ΜΒ΄

Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805.


επιπρόσθετη νομοθεσία

κοινά συσσίτια


Αλλ' ούτοι οι νόμοι δεν εκρίθησαν ικανοί να εμποδίσωσι την φυσικήν κλίσιν των ανθρώπων εις τας ηδονάς. Διά τούτο έγινεν άλλος τρίτος, προστάζων να είναι κοιναί όλαι αι τροφαί (συσσίτια, ή φειδίτια), και να τρώγωσιν όλοι οι άνδρες αδιαφόρως εις ένα κοινόν τρικλίνιον(1), και διά να μη φθείρωνται τα ήθη των πολιτών από το παράδειγμα των ξένων, κατεστάθη άλλος νόμος (ξενηλασία) επίτηδες, απαγορεύων τους ξένους να μένωσι πολύν καιρόν εν τη πόλει(2). Διά τούτων έγινεν η ολιγάρκεια ου μόνον αναγκαία, αλλά και η χρήσις των θησαυρών απενεκρώθη εν τω άμα. Καθείς πολίτης έστελλεν εις την κοινήν αποθήκην μηνιαίως τας τροφάς του ομού με ολίγα χρήματα δι' άλλα τυχηρά έξοδα, αι δε τροφαί συνίσταντο από ένα μέδιμνον αλφίτων (αλεύρου), οκτώ μέτρα οίνου, πέντε λίτρας τυρού, και δύο λίτρας και ημισείαν σύκων. Εις καθεμίαν τράπεζαν εκάθηντο δεκαπέντε άνθρωποι, και δεν ήτον συγχωρεμένον να δεχθή τις άλλον εις την τράπεζαν, ειμή ότε συνεφώνει όλη η συντροφία. Καθείς έπρεπε χωρίς διαφοράν να είναι εις τα συσσίτια, και μάλιστα λέγουσιν, ότι ότε ο Άγις επέστρεψεν από μίαν ευτυχή νίκην, εζημιώθη και ητιμάσθη, διότι έφαγε κατ' ιδίαν μετά της βασιλίσσης(3).


(1) Ονδάς όπου τρώγουν.

(2) Πλ. εν Λυκ. Ξεν. πολ. Λακ. 14. 4.

(3) Πλουτ. Λακ. αποφθ. Απηγορευμένον ην μα λείπη τις από τα συσσίτια, ειμή ότε εθυσίαζεν, ή ην βεβαρυμμένος από το κυνηγέσιον. Και τότε έπρεπε να στείλη εν μέρος των θυσιασθέντων, ή αγρευθέντων ζώων εις τα συσσίτια.

Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος


Ιστορία της Ελλάδος ΜΑ΄

Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805.


νομισματική πολιτική


Ως τόσον, ο μόνος αναδασμός αυτός δεν ήθελεν ωφελήση τιποτες, εάν ο Λυκούργος επέτρεπε να συναθροίζωσιν έτι χρήματα, όστις, διά να σηκώση πάσαν άλλην διαφοράν, εκτός της εκ της αξιότητος, απεφάσισε να μοιράση επίσης τον πλούτον εις όλους. Αυτός δεν υστέρησε μεν εκείνους οπού είχον χρυσόν ή άργυρον από τα κτήματά των, αλλ' όπερ ταυτόν, εσμίκρυνε την τιμήν του χρυσού και αργύρου, συγχωρών τοις Σπαρτιάταις να πραγματεύωνται μόνον με σιδηρά νομίσματα εις πάσαν συναλλαγήν. Και τούτο το έκαμε τόσον βαρύ και ευτελές, ώστε εχρειάζετο μία άμαξα με δύο βόας, διά να φέρη δέκα μνας, ήτοι είκοσι λίτρας Στέρλινγ(1) εις την οικίαν, και ένας ολόκληρος οίκος προς φύλαξιν. Τούτο το σιδητούν νόμισμα δεν διεχώρει εις άλλας επαρχίας, αι οποίαι αντί να τιμήσωσι, το κατεφρόνουν μετά χλεύης, όπερ ιδόντες και οι Σπαρτιάται, το κατεφρόνουν και αυτοί τόσον, ώστε τελευταίον εγένοντο άχρηστα τα νομίσματα, και πολλά ολίγον εφρόντιζον περισσότερα, αφ' όσα εχρειάζοντο εις τα προς το ζην αναγκαία. Κατ' αυτόν τον τρόπον ου μόνον ο πλούτος εξωρίσθη εκ ταύτης της απλής πολιτείας, αλλά και τούτω επακόλουθα, δηλ. η φιλαργυρία, ο δόλος, η αρπαγή, και η τρυφή(2), ο δε λαός εύρεν εις την του πλούτου άγνοιαν μίαν ευτυχή αναπλήρωσιν όλων των εκ τούτου προερχομένων εντελειών.


(1) Το αγγλικόν νόμισμα Στέρλινγ (Sterling) τιμάται τανύν 13 φιορ. ή 16 γρόσσια.

(2) Οι επόμενοι λόγοι του αγγλικού Συγγραφέως, τους οποίους δεν εδυνήθην άλλως καλλίτερον να μεταφράσω, έχουσιν ούτως : and the people found in ignorance of riches, a happy substitute for the want of those refinements they bestow.

Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος


Ιστορία της Ελλάδος Μ΄

Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805


αναδασμός


Ο Λυκούργος διεμοίρασεν επομένως όλην την γην της Λακωνίας εις 30,000 μέρη (κλήρους), της δε Σπάρτης εις 9000, διανείμας εξ ίσου εις τους εγκατοίκους εκάστης περιοχής(1). Κάθε μερίδιον ήτον ικανόν να θρέψη μίαν φαμηλίαν κατά τον ολιγαρκή τρόπον, οπού διώρισεν εκείνος, και μ' όλον οπού οι βασιλείς είχον διά το αξίωμά των μαγαλήτερον μερίδιον, ως τόσον αι τράπεζαι αυτών ήσαν μάλλον κόσμιαι και λιταί, πάρεξ πολυτελείς και άσωτοι. Λέγουσιν, ότι μετά τινας χρόνους επιστρέψας ο Λυκούργος από μίαν πολυχρόνιον οδοιπορείαν, και ιδών τον σίτον διαμοιραζόμενον εξ ίσου εις όλα τα μέρη της επαρχίας, είπε μειδιών προς τους παρεστώτας. Δεν ομοιάζει η λακωνία με ένα χωράφιον νεωστί διηρημένον μεταξύ πολλών αδελφών(2) ;


(1) Κάθε κλήρος εδύνατο να φέρη κατά τον Πλούταρχον 70 μεδίμνους κριθών διά τον άνδρα, και δώδεκα διά την γυναίκα, και εν ανάλογον μέτρον οίνου και ελαίου.

(2) Ως η Λακωνική φαίνεται πάσα πολλών αδελφών είναι νεωστί νενεμημένων ; Πλουτ. εν Λυκ.

Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΛΘ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805.


περί αξιότητας


Ο τόσον σμικρός βαθμός της δυνάμεως του λαού, ημπορούσε να ανατρέψη όλον το σύστημα της διοικήσεως κατ' αυτάς τας αρχάς. Αλλ' ο Λυκούργος, διά να εμποδίση οποιανδήποτε μεταβολήν, συνέλαβε τολμηράν ιδέαν να τους δώση ένα μέρος εκείνων των χωρών, οπού υστερήθησαν διά της πλουτίσεως του ενός, και της πτωχείας του ετέρου(1). Φαίνεται ότι εν από τα επιτηδειότατα ευφευρήματα της νομοθεσίας τούτου του φιλοσόφου ήτον, το να κρατή τον λαόν εις αφθονίαν και υποταγήν. Κατ' εκείον τον καιρόν όλος ο λαός ην τόσον δυστυχής, ώστε υστερείτο παντός είδους υποστατικών, εν ω ο σμικρότερος αριθμός των πολιτών κατείχεν όλα τα χωρία, και τους θησαυρούς της Επαρχίας. όθεν ίνα εξορίση ο Λυκούργος τόσον την αυθάδειαν, τον δόλον, και ην τρυφήν του ενός, όσον και την δυστυχίαν, τα βάσαν, και τας στασιάσεις του ετέρου, κατέπεισε τους περισσοτέρους, εβίασε δε τους λοιπούς, να παραδώσωσιν εις την πολιτείαν όλας τας χώρας, και τα υποστατικά των, και να κάμωσι νέον αναδασμόν, ζώντες όλοι ισοτίμως. Και ούτω διεμερίσθησαν όλα τα προς το ζην αναγκαία εξ ίσου μεταξύ αρχόντων και αρχομένων. Και ο άνθρωπος διεκρίνετο από τους λοιπούς κατά μόνην την αξιότητά του.


(1) Ιδού η δυσερμήνευτος περίοδος του αγγλικού Συγγραφέως. Lycurgus boldly resolved to give them a share of those lands from whence, by the increasing riches of some, and the difsipation of others, they had been deprived.

Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΛΗ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805.


Ο λαός είχε προσέτι μέρος εις την διοίκησιν μόνον κατά το όνομα. Αυτός είχε τας εκκλησίας συνισταμένας μόνον από πολίτας, προς δε και μίαν γενικήν συνέλευσιν όλων των εν τη πολιτεία ελευθέρων. Αλλ' αυτό το δίκαιον της συνελεύσεως ήτον μόνον ψιλό πρόσχημα, επειδή η Γερουσία είχε την εξουσίαν να συγκαλή, και πάλιν κατά το δοκούν να τους απολύη. Προσέτι το αντικείμενον της σκέψεως έπρεπε να προβληθή ομοίως απ' αυτήν, εν ω ο λαός μη έχων εξουσία να ανακρίνη και να βουλεύηται, εδύνατο μόνον να αποβάλλη, ή να επικυρώνη με Λακωνικήν απόφασιν το προβαλλόμενον, και διά να τον κρατή η Γερουσία πλέον αδύνατον, τον απέκλεισεν από όλας τας δημοσίας υπηρεσίας, θεωρούσα αυτόν μόνον ως μηχανάς, οπού έπρεπε να διευθύνωσι, και να μεταχειρίζωνται κατά πάντα οι σοφώτεροι αυτών συμπολίται.

Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος


Ιστορία της Ελλάδος ΛΖ΄

Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805.


Η πολιτεία έως τώρα εκλονίζετο, αποκλίνουσα ποτέ μεν επί Τυραννίαν, ποτέ δε επί Δημοκρατίαν. Αλλ' η κατασταθείσα παρά Λυκούργου αρχή των Γερόντων ην ως χαλινός και των δύο μερών, κατέχουσα την πολιτείαν εις ισορροπίαν. Το δε κύριον έργον τούτων των Γερόντων, εικοσιοκτώ τον αριθμόν, ήτον να είναι μετά των βασιλέων, ότε ο λαός ελάμβανε δημοκρατικήν ισχύν. Και πάλιν μετά του λαού, ότε οι βασιλείς εζήτουν να αυξήσωσιν την δύναμίν των εις Τυραννίδαν. Οι Γέροντες συνίσταντο μέρος μεν από τους συνεργούς του Λυκούργου, μέρος δε από διαφόρους εναρέτους πολίτας. Αυτοί εκλέγοντο περί το εξηκοστόν έτος της ηλικίας των, και έμενον εφ' όρου ζωής, όταν δεν περιέπιπτον εις κανένα κεφαλικόν έγκλημα. Και τούτο ου μόνον εμπόδιζε τα εκ της συχνής μεταβολής άτοπα, αλλ' ήτον προσέτι και παντοτεινή ανταμοιβή εις τους γέροντας, και μια ευγενική άμιλλα εις τους νέους. Αύτη η Γερουσία εσχημάτιζε την ανωτάτην αυλήν του κριτηρίου. Και μ' όλον οπού η απόφασις αυτής εφείτο εις τον λαόν, ως τόσον, επειδή οι γέροντες συνεκκλησίαζον τον λαόν κατά το δοκούν, και δεν απελογούντο διά καμμίαν άδικον κρίσιν, απεδέχοντο εν γένει αι ψήφοι των χωρίς τινος εφέσεως (ανακλήσεως). Τόση ήτον η προσοχή και δικαιοσύνη τούτου του δικαστηρίου διά πολλών αιώνων, οπού ευχαριστούμενα και τα δύο μέρη εις τας δικαίας ψήφους του, δεν εζήτουν εις ανώτερον κριτήριον την δικαιοσύνην. Ως τόσον μεθ' ένα αιώνα(1), αύτη η μεγάλη ισχύς της Γερουσίας περιωρίσθη από το κατασταθέν ανώτερον κριτήριον, βουλήν των Εφόρων, ονομαζόμενον, η οποία συνίστατο από πέντε μόνον μέλη, εκλεγομένη κατ' έτος από τον λαόν, με δύναμιν να φυλακώνη και αυτούς τους βασιλείς(2), ότε παέβαινον το χρέος των(3).


(1) Μετά εκατόν τριάκοντα έτη.

(2) Ξεν. Λακ. πολ. Η΄. ξδ΄.

(3) Καθ' Ηροδ. Α΄. και Ξενοφ. πολ. Λακεδ. 8. γ. οι Έφοροι συνεστάθησαν υπό του Λυκούργου. Κατά δε Αριστ. Πολ. Ε΄. και Κικ. de leg. III. 7. και Valer. max. IV. 1. ext. 8 και Πλουτ. εν Λυκ. και Κλεομ. επί του Θεοπόμπου, κατά τον πρώτον Μεσσηνιακόν πόλεμον. [σημείωσεις Ι. Παραγυιού, 742 - 722].

Τετάρτη, 10 Μαρτίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος


Ιστορία της Ελλάδος ΛΣΤ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805.

Διά να αφήση ο Λυκούργος εις τους Βασιλείς πρόσχημα δυνάμεως, επεκύρωσε μεν αυτοίς το δίκαιον της διαδοχής, εσμίκρυνε δε την δύναμιν, καταστήσας την αρχήν των Γερόντων, ως ισαριθμίαν μεταξύ των βασιλέων και του λαού. Οι βασιλείς μ’ όλον τούτο είχον έτι την εξωτερικήν αξίαν και το σέβας, και τας προεδρίας εις κάθε δημοσίαν εκκλησίαν, δίδοντες εις τας ψήφους πρώτοι την γνώμην των, δεχόμενοι πρέσβεις και ξένους, και επιστατούντες εις τα δημόσια κτήρια, και εις τας δημοσίας οδούς (1). Εις το στρατόπεδον είχον μεγαλητέραν ισχύν, επειδή διώκουν τα στρατεύματα της πόλεως, και ήσαν συνωδευμένοι από Γέροντας, Πρέσβεις, και από ένα στρατηγόν του Ιππικού. Πλην και εν αυτώ τω πολέμω δεν ήσαν πάντη αυτεξούσιοι, διότι εδέχοντο από την Γερουσίαν τας διαταγάς. Και με όλον οπού αύται αι διαταγαί ήσαν ως επί το πλείστον απεριόριστοι, ως τόσον ενίοτε ήσαν αυτοί βεβιασμένοι να υπάγωσι κατά του εχθρού, ή να επιστρέψωσιν οίκαδε και στανικώς.

(1) Ηροδ. ς΄

Τετάρτη, 3 Μαρτίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΛΕ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805.

νόμοι εξ ίσου για όλους

Ούτως εγκαρδιωθείς ο Λυκούργος, μετά την επάνοδόν του εις την Σπάρτην, πρώτον μεν εκοινολόγησε τοις φίλοις του ους σκοπούς του, έπειτα δε απέκτησε την εύνοιαν των προεστώτων, και αφ' ου έγιναν πάντα έτοιμα εις μεταβολήν, επρόσταξε τριάκοντα των πρώτων φίλων του να προέλθωσιν εις την αγοράν μετά όπλων. Ο τότε βασιλιάς Χαρίλαος, εν πρώτοις μεν αντεστάθη εις τούτον τον νεωτερισμόν, αλλά βλέπων την ανωτέραν δύναμιν του Λυκούργου, κατέφυγε προς τον ναόν της Αθηνάς (χαλκίοικον), όπου καταπεισθείς υπό των υπηκόων του, άλλως δε και φύσει πράος ων και ήμερος, εξελθών ηνώθη μετά των λοιπών. Μετ' ου πολύ δε υπετάχθη και ο λαός χωρίς αντιστάσεως εις την νέαν διοίκησιν[1], η οποία φανερώς αφώρα προς ευτυχίαν του, και απεδέχθη ασμένως νόμους, εις τους οποίους υπέκειντο εξ ίσου όλαι αι τάξεις.

[1] 880 πΧ

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος


Ιστορία της Ελλάδος ΛΔ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805

Τέλος πάντων κατεπείσθη ο Λυκούργος να επιστρέψη, και ελθών εύρε τον λαόν βεβαρυμμένον διά τας ιδίας των αταξίας, και έτοιμον να ασπασθή οποιανδήποτε μεταβολήν ήθελεν επιχειρισθή. Επειδή όμως η διαφθορά ήτον γενική, εύρεν εύλογον να μεταβάλη όλον το σχήμα της διοικήσεως, πεποιθώς, ότι ολίγοι τινές ιδιαίτεροι νόμοι δεν ήθελον τελεσφορήση πολύ, και θεωρών την ισχύν της θρησκείας αρμοδίαν προς εκτέλεσιν παντός νέου συστήματος, υπήγε πρώτον να συμβουλευθή το μαντείον του Απόλλωνος εν Δελφοίς, όπου εύρε πάσαν υποδοχήν, οπ’ ημπόρει να περιθάλψη την μεγάλην του φιλαυτίαν, επειδή η Πυθία ησπάσατο αυτόν ως φίλον των θεών, και θεόν μάλλον ή άνθρωπον(1), λέγουσα αυτώ προς τούτοις περί του νέου συστήματος, ότι οι θεοί εισήκουσαν της δεήσεώς του, και ότι η πολιτεία, οπού έμελλε να καταστήσης, ήθελεν είναι η καλλίστη επί της γης, και διαρκεστέρα.

(1) Ιδού ο Χρησμός.
Ήκεις ω Λυκόοργε εμόν ποτί πίονα νηόν,
Ζηνί φίλος, και πάσιν ολύμπια δώματ’ έχουσι.
Δίζω ήσε θεόν μαντεύσομαι, ή άνθρωπον.
Αλλ’ έτι και μάλλον θεόν έλπομαι ω Λυκόοργε
Ηροδ. Βιβλ. Α΄.

Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος


Ιστορία της Ελλάδος ΛΓ΄

Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805.


Από της Κρήτης διαβάς ο Λυκούργος εις Ασίαν, προσεπορίσατο νέας πολιτικάς ιδέας, όπου και ευρών κατά τινας τα ποιήματα ου Ομήρου, έφερε πρώτος εις την Ελλάδα. Απ' εκεί ήλθεν εις Αίγυπτον, συναναστραφείς κατά τινας και μετά των Γυμνοσοφιστών της Ινδίας(1). Αλλ' εν ω περιήρχετο ούτως από τόπυ εις τόπον, άρχησε να γίνεται η παρουσία του εις την πατρίδα του αναγκαία. Πάντες ηύχοντο ομοθυμαδόν την επιστροφήν του, και πολλοί πρέσβεις εστάλησαν αλληλοδιαδόχως διά να επιταχύνωσι την επενάκαμψίν του. Οι ίδιοι βασιλείς (Αρχέλαος και Χαρίλαος) παρεκίνουν αυτόν προς τούτο(2), δηλοποιούντες, ότι ο λαός έφθασεν εις τοιαύτην ακμήν αταξίας, οπού μόνη η παρουσία του ημπόρει να χαλινώση την αυθάδειάν του. Και τω όντι κάθε πράγμα έκλινεν εις άφευκτον φθοράν της πολιτείας, και μόνη η παρουσία του επεθυμείτο από όλους, διά να εμποδίση τον επικείμενον όλεθρόν της.


(1) Η εις Αίγυπτον και Ινδίαν αυτού διάβασις νομίζεται υπό πολλών ως πλαστή.

(2) Ιουστ. Βιβ. Γ΄. Πλ. εν Λυκ.

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος


Ιστορία της Ελλάδος ΛΒ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805


Αποφασίσας ουν ο Λυκούργος να γνωρίση τα ήθη, και την πολιτείαν και άλλων εθνών, και να συναναστραφή με τους εμειροτάτους πολιτικούς άνδρας, υπήγε κατ' αρχάς εις Κρήτην(1), ήτις εθαυμάζετο παρά πάντων διά τους σεμνούς, και αυστηρούς νόμους της(2). Οι κάτοικοι ταύτης της νήσου ου μόνον έφερον τας βαναυσικάς τέχνας κατ' ολίγον εις βαθμόν τινα εντελείας, αλλ' ειργάζοντο τόντε ορείχαλκον και τον σίδηρον, και κατασκεύαζον πανοπλίας, εν αις εχόρευον με ένα συγκεχυμένον θόρυβον κωδώνων εις τας θυσίας των θεών. Απ' αυτής της νήσου ου μόνον έγινε γνωστή κατ' αρχάς η Ναυτική κατά την Ελλάδα, αλλά και πολλοί Νομοθέται έλαβον τας νομικάς, και πολιτικάς αρχάς(3).


(1) Αριστ. πολ. Β΄. Στρ. Βιβ. Ι΄.

(2) Επί του πρώτου, ή δευτέρου Μίνωος. Γνωστόν ότι οι του λυκούργου νόμοι εισίν απαραλλάκτως σχεδόν οι Κρητικοί.

(3) Όρα πολλά ανήκοντα τη Κρήτη, Meurs. Creta. Saint croix des anciens Gouvernements federatifs. Σελ. 329. κτ. Manso περί ιστορίας και πολιτείας της Σπάρτης. Εβδόμη προσθήκη.