Τετάρτη, 30 Ιουνίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος


Ιστορία της Ελλάδος Ν΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805

Μεταξύ των νόμων τούτου του Νομοθέτου ην απαγορευμένον να κάμωσι συχνούς πολέμους κατά των αυτών εχθρών[1], διά να μη στερεώση καμμία άκρα εχθροπάθεια μεταξύ αυτών, και διά να μη γένωσιν οι εχθροί διά της συνεχούς γυμνάσεως μαχιμώτεροι και ούτως εγίνετο η ειρήνη συχνότερον.

Οσάκις έτρεπον οι Λακεδαιμόνιοι τους εχθρούς εις αταξίαν και φυγήν, δεν εδίωκον αυτούς περαιτέρω, ει μη όσον ην αναγκαίον να βεβαιώσωσι την νίκην, νομίζοντες ικανώς γενναίον και ελληνικόν, να τους νικήσωσι μόνον, και αισχυνόμενοι να αφανίσωσιν εξ ολοκλήρου τον εχθρόν, οπού παρεδίδετο, ή έφευγε. Τούτο ην ου μόνον καλόν, και μεγαλόψυχον, αλλά και χρησιμώτατον· επειδή ο εχθρός ειδώς, ότι όλοι οι ανθιστάμενοι θανατώνονται, πολλάκις έφευγεν, ων βέβαιος, ότι τούτο ην το μόνον μέσον της σωτηρίας του. Κατ’ αυτόν τον τρόπον η αδράνεια και η γενναιότης εφαίνοντο τα αρχικά ελατήρια ταύτης της νέας πολιτείας, καθ’ α τα άρματα ήσαν η μόνη γύμνασίς των και επιτήδευσις, και η ζωή των ην εν τω στρατοπέδω πολύ κουφοτέρα, παρά εν τη πόλει. Οι Σπαρτιάται ήσαν το μόνον έθνος του κόσμου, εις το οποίον ο καιρός του πολέμου ην καιρός αναπαύσεως και ανακωχής· επειδή η αυστηρότης της παιδείας των ηλαττούτο, και οι άνδρες είχον περισσοτέραν ελευθερίαν. Ο πρώτος και απαράβατος νόμος[2] αυτοίς ην, να μη στρέφωσι ποτέ τα νώτα εις τον εχθρόν, όσον ολιγώτεροικαι αν ώσιν απ’ αυτόν κατά τον αριθμόν, μήτε να παραδίδωσι τα όπλα πριν του θανάτου. Διό και όταν ο ποιητής Αρχίλοχος ήλθεν εις Σπάρτην, ηναγκάσθη να φύγη από την πόλιν, επειδή είπεν εις ένα των ποιημάτων του, ότι κάλλιον ήτον εις ένα άνθρωπον να ρίψη τα όπλα, παρέξ να κινδυνεύση[3]. Κατ’ αυτόν λοιπόν τον τρόπον αποφασίζοντες ήτοι να νικήσωσιν, ή να αποθάνωσιν, ήρχοντο εις τον πόλεμον φαιδρώς, όντες βέβαιοι, ότι ήθελον απολαύση μίαν τροπαιούχον νίκην, ή εκείνο οπού αυτοί ετίμων επίσης, ένα ένδοξον θάνατον.


[1] Πλουτ. Αποφθ.
[2] Ηροδ. Βιβλ. Ζ΄.
[3] Πλουτ. Λακων. Επιτηδ.

Τετάρτη, 23 Ιουνίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΜΘ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805.

η καθημερινή ζωή

Εκτός τούτων των κυρίων νόμων, ήσαν και άλλοι πολλοί γενικοί νόμοι, οι οποίοι απηγόρευον τοις πολίταις να γυμνάζωνται πάσαν μηχανικήν τέχνην, ήτις εδύνατο να τους φέρη εις τρυφήν· το δε κύριον έργον αυτών ήσαν αι σωματικαί γυμνάσεις, και το κυνηγέσιον. Οι Είλωτες, οίτινες απώλεσαν πρότινων χρόνων την ελευθερίαν, και κατεδικάσθησαν εις αιώνιαν δουλείαν, εγεώργουν αντ’ εκείνων την γην, λάμβάνοντες μισθόν του κόπου μόνον την τροφήν. Οι πολίται, λοιπόν, έχοντες αρκετά εισοδήματα, και ευκαιρίαν, συνήγοντο ως επί το πλείστον αγεληδόν εις τα δημόσια συσσίτια, και συνδιειλέγοντο, και πολύ ολίγον καιρόν έμενον μόνοι, όντες συνειθισμένοι, ως αι μέλισσαι, να ζώσι πάντοτε ομού, πάντοτε προσεκτικοί, και υπήκοοι εις τους άρχοντάς των, και αρχηγούς. Το πρώτον κυριεύον πάθος αυτών ην η αγάπη της πατρίδος, και του λοιπού κοινού καλού, και παν ιδιαίτερον όφελος αντηλλάττετο με την επιθυμίαν του γενικού καλού. Ο Παιδάρητος, αφ’ ου έχασε την ελπίδα να εγκριθή και αυτός εις τους τριακοσίους, οπού είχον την πρωτεύουσαν τιμήν εν τη πόλει, αντί να συγχισθή, απεκρίθη χαίρων, ότι η πόλις έχει τριακοσίους πολίτας καλλιτέρους απ’ αυτόν.

Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος


Ιστορία της Ελλάδος ΜΗ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805


η νόμιμη απιστία στον γάμο

Ως τόσον δεν πρέπει να αποσιωπήση τις, ότι εις μίαν πόλιν, όπου αι γυναίκες είχον τόσην φιλοδοξίαν, δεν ήσαν επίσης περίφημοι και διά την προς τους συζύγους πίστιν. Και τη αληθεία δεν ήτον κανείς νόμος κατά της μοιχείας, και μία αλλαγή των ανδρών εγίνετο συχνάκις μεταξύ των γυναικών(1), με την συγκατάνευσιν όμως και των δύο μερών, το οποίον έκαμνε περιττάς τας οχληράς τελετάς ενός διαζυγίου. Ηδέ αιτία της τοιαύτης αμοιβαίας ελευθερίας δεν απέβλεπε τόσον προς ευχαρίστησιν της ορέξεως, όσον προς ευδοκίμησιν του σπέρματος των πολιτών, συνευρισκομένων τοιούτων, όσοι είχον αμοιβαίαν κλίσιν. Εν αληθεία, ο Λυκούργος, φαίνεται, εις πολλούς νόμους(2) επέτρεπε να γίνωνται τα κατ' ιδίαν εγκλήματα προς κοινόν συμφέρον, οίον και τούτο.

(1) Ξεν. Λακ. πολ. ά. Πλ. εν Λυκ. Κατά Πλάτωνα (Αλκ. ι. τομ. Ε΄.) εξαιρούντο αι βασίλισσαι, αι οποίαι εφυλάττοντο από τους Εφόρους, διά να μη μολυνθή το βασιλικόν αίμα των Ηρακλειδών.
(2) Εκτός του Ξενοφώντος και Πλουτάρχου, ιδέ περί ανατροφής των Σπαρτιατών και Πλάτωνα εν Προταγ.

Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΜΗ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805

Οι Σπαρτιάτισσες

Η δε παιδεία των παρθένων ην επίσης αυστηρά καθώς και των παίδων, επιδή και αυταί εγυμνάζοντο εις παντοτεινούς κόπους, και επιτηδεύματα έως των είκοσι χρόνων, προ των οποίων δεν ήτον συγχωρημένον να υπανδρεύωνται. Όθεν και αυταί είχον τα ιδιαίτερα γυμνάσματα, δηλαδή έτρεχον, επάλαιον, έρριπτον δίσκους και ακόντια, κάμνουσαι όλα αυτά γυμναί ενώπιον πάντων των πολιτών, και τούτο δεν ενομίζετο άτιμον, επειδή η συχνή θεωρία του υποκειμένου, υπετίθετο ότι ολιγοστεύει μάλλον πάσαν άλογον επιθυμίαν, ή διεγείρει. Μία τοιαύτη ανδρική ανατροφή δεν έλιπε να κάμη Σπαρτιάτιδας γυναίκας κατά τον σκοπόν των. Αυταί ήσαν ανδρείαι, ολιγαρκείς, φιλοπάτριδες, και πλήρεις φιλοτιμίας και φιλοδοξίας. Μία ξένη γυνή ομιλούσα ποτέ μετά της γυναικός του Λεωνίδου, είπεν, ότι αι Λάκαιναι εγίγνωσκον μόνον πώς να άρχωσι των ανδρών. Προς ην απεκρίθη εκείνη τολμηρώς και γενναίως, ότι μόναι ημείς αι Σπαρτιάτιδες γεννώμεν άνδρας(1). Όταν εις υιός επήγαινεν εις τον πόλεμον, έδιδεν αυτώ η μήτηρ την ασπίδα λέγουσα, ή ταν ή επί τας(2), δηλ. Ή αυτήν, ή επ’ αυτήν, φανερώνουσα διά τούτου, ότι κάλλιον ηγάπα να τον φέρωσι νεκρόν επάνω της ασπίδος, παρέξ να την ρίψη και να φύγη. Άλλη Σπαρτιάτισσα ακούουσα, ότι ο υιός της εφονεύθη κατά την μάχην υπέρ της πατρίδος, απεκρίθη χωρίς ταραχής(3), διά τούτο τον εγέννησα εις τον κόσμον. Μετά την μάχην οπού έγινεν εις τα Λεύκτρα, οι μεν γονείς εκείνων των υιών, οι οποίοι απέθανον εν τη μάχη, έδραμον εις τους ναούς δοξάζοντες τους θεούς, ότι οι υιοί των επλήρωσαν το χρέος των, οι δε γονείς εκείνων, όσοι δεν εφονεύθησαν εκείνην την ημέραν, εφαίνοντο απαρηγόρητοι(4)

(1) Μόναι γαρ τίκτομεν άνδρας. Πλ. Εν Λυκ.
(2) Στοβ. Έκλ. 7. meurs. Ι1.2. Πλουτ. Λακ. αποφθ.
(3) Cic. Tusc. Quaest. I. 1.
(4) Πλουτ. Εν Αγης.

Παρασκευή, 4 Ιουνίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΜΖ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805

Από παιδιά, Άντρες

Κάθε νόμος αφώρα να σκληρύνη την γνώμην των παίδων προς πόλεμον, οι οποίοι, διά να συνεθίσωσιν εις στρατηγήματα, και αιφνιδίους εισβολάς κατά των εχθρών, είχον την ελευθερίαν να κλέπτωσιν αναμεταξύ των, πλην όταν εφωρώντο, επαιδεύοντο διά την ανεπιτηδειότητά των. Μία τοιαύτη, λοιπόν, ελευθερία δεν διέφερε πολύ από μίαν απαγόρευσιν του κλέπτειν, επειδή όταν εφωρώντο, επαιδεύοντο διά την κλοπήν. Και τω όντι διά ταύτης της διαταγής επαιδεύετο δικαίως η αμέλεια των κτητόρων διά της απωλείας των κτημάτων. Πλην οι μετ’ αυτόν νομοθέται δεν έδωκαν την αναγκαίαν προσοχήν εις τούτο(1).

Γενόμενοι δε δωδεκαετείς οι παίδες, προεχώρουν εις ανωτέραν τάξιν, όπου διά να μη ενριζώσωσι τα εις αυτήν την ηλικία συνηθισμένα εγκλήματα, επέτεινον αυτών την άσκησιν κατά βαθμόν της αυξανούσης ηλικίας των. Ενταύθα είχον τα παιδία τον διδάσκαλόν των εκ των καλών και αγαθών Σπαρτιατών, ονομαζόμενον Παιδονόμον. Ούτος δε έκλεγεν από των παιδίων τον σωφρονεστατον και μαχιμώτατον των λεγομένων Ειρένων(2), οι οποίοι έπρεπε να κάμωσι μίαν σταθερωτέραν, και άμεσον προσταγήν επ’ αυτά. Προς τούτοις αυτά έκαμνον ήδη ακροβολισμούς μεταξύ δύο μερών, και συνεκρότουν τακτικάς μάχας μεταξύ μαγάλων σωμάτων. Πολλάκις δε εμάχοντο με χείρας, πόδας, οδόντας, και όνυχας ούτω σκληρώς και ανδρείως, ώστε συχνάκις, πριν τελειώση ο αγών, απώλλυον τα όμματά των, ή και αυήν την ζωήν(3). Τοιαύτη ην η παντοτεινή παιδεία της νεότητός των, η οποία διήρκει έως τριάκοντα χρόνων, προ των οποίων δεν ήτον θεμιτόν να υπανδρεύωνται, ούτε να στρατεύωνται, ούτε να έχωσι τινά πολιτικήν υπηρεσίαν.

(1) Ο Συγγραφεύς παραλογίζεται, επιδή οι παίδες, οπού έκλεπτον μάλιστα οπώρας και τροφάς, επαιδεύοντο, ότε επιάνοντο, διά να γένωσι πανουργότεροι και τολμηρότεροι.
(2) Cic. Quaest. Tusc. V. 37. Παυσ. Γ΄. 14.
(3) Είρενες ωνομάζοντο, όσοι είχον απεράση το δεύτερον έτος μετά την παιδικήν ηλικίαν και ο τοιούτος Είρην ην εικοσαετής, και ως υποδιδάσκαλος τοις Παιδονόμοις. Πλουτ. Εν Λυκ.