Τετάρτη, 25 Μαΐου 2011

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΠΗ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805

Όλαι αι μικρότεραι επαρχίαι της Ελλάδος εφαίνοντο, ότι εμιμούντο μόνον τας Αθήνας· και μ’ όλον οπού ήσαν κατώτεραι από αυτάς κατά πάντα, ως τόσον κάθε μία προήγαγεν εκ μέρους της μεγάλους φιλοσόφους, και περιφήμους στρατηγούς. Μόνον η Σπάρτη δεν εμιμείτο άλλην επαρχίαν, αλλ’ επέμενεν αυστηρώς εις τους νόμους του Λυκούργου, και απέβαλλεν όλας τας τέχνας της ειρήνης, οπού καλλιεργούσιν άμα, και εκνευρούσι τον νουν του ανθρώπου· και ούσα συνειθισμένη μόνον εις πόλεμον, δεν εμελέτα άλλο, ειμή εκστρατείας και μάχας, ως σκηνάς ησυχίας, και αναπαύσεως. Όλοι οι νόμοι της Σπάρτης, και αι διαταγαί του Λυκούργου, δεν είχον άλλον σκοπόν, ειμή τον πόλεμον· επειδή όλα τα άλλα, ως τέχναι, επιστήμαι, εμπόριον, και αυτή η Γεωργική ήσαν απηγορευμένα τοις Σπαρτιάταις. Οι κάτοικοι της Λακεδαίμονος ήσαν διττοί, πρώτον μεν εκείνοι οπού κατώκουν την πόλιν Σπάρτην, όθεν και ωνομνάζοντο Σπαρτιάται και δεύτερον οι κάτοικοι της χώρας αυτής, Περίοικοι ή Λακεδαιμόνιοι καλούμενοι. Εις τον καιρόν του Λυκούργου, οι μεν Σπαρτιάται ήσαν ως εννέα χιλιάδες, οι δε Λακεδαιμόνιοι ως τριάκοντα χιλιάδες[1]. Αυτός ο αριθμός ηλαττώθη μάλλον, ήπερ ηυξήθη εις τους εισέπειτα χρόνους· ως τόσον συνεκροτείτο έτι εν φοβερόν στράτευμα, το οποίον πολλάκις έδιδε νόμους εις την επίλοιπον Ελλάδα. Όλοι οι Σπαρτιατικοί ονομαζόμενοι κυριώς στρατιώται εθεωρούντο ως το άνθος του έθνους, το οποίον ημπορούμεν να κρίνωμεν από την άκραν λύπην του λαού, ότε επιάσθησαν[2] εν τω άμα από τους Αθηναίους τριακόσιοι αυτών αιχμάλωτοι.


[1] Αριστ. πολ. Βιβ. Β΄. Κεφ. Ο΄.
[2] εν Σφακτηρία.

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΠΖ΄
Ολιβιέρου Γολσμιθίου, Βιέννη 1805

περί των κρατικών εσόδων

Τα εισοδήματα ταύτης της πόλεως, κατά τον Αριστοφάνην[1], ανέβαινον έως δύο χιλιάδες τάλαντα, τα οποία συνηθροίζοντο το κυρίως από τους φόρους, οπού έρριπτον εις την Γεωργικήν, εις την πώλησιν των ξύλων, από τα μεταλλεία, από τας συνεισφοράς των συμμάχων, από ένα κεφαλικόν φόρον, οπού επέβαλλον εις τους κατοίκους της χώρας, εγχωρίους τε και ξένους, και από άλλας τυχηράς χρηματικάς ποινάς διαφόρων ανομημάτων. Από αυτά τα εισοδήματα επλήρωνον τα στρατεύματα τόσον της ξηράς, όσον και της θαλάσσης, έκτιζον, και ώπλιζον τους στόλους, διετήρουν και διώρθωνον δημόσια κτήρια, ναούς, τείχη, λιμένας, και φρούρια. Όταν όμως ήρξατο να εκκλίνη η Δημοκρατία προς την πτώσιν, τα περισσότερα κατηναλώθησαν εις ματαίας δαπάνας, ως εις αγώνας, εορτάς, και θέατρα, τα οποία απήτουν αναρίθμητα χρήματα, και δεν ήσαν κατ’ ουδένα τρόπον ωφέλιμα εις την επαρχίαν.

παιδεία

Αλλ’ η μεγαλυτέρα δόξα των Αθηνών ην, ότι ήσαν το σχολείον, και η κατοικία παντός είδους τεχνών, και επιστημών· επειδή εις αυτάς έλαβον την αρχήν η Ποιητικήν, Ρητορική, Φιλοσοφία, και η Μαθηματική, και εφθασαν σχεδόν εις την ανωτάτην αυτών εντέλειαν. Όλοι οι νέοι εστέλλοντο πρώτον να διδαχθώσι την Γραμματικήν υπό διδασκάλων, οίτινες εδίδασκον αυτούς κανονικώς, και κατά τας αρχάς της Ελληνικής διαλέκτου. Η Ρητορική εσπουδάζετο με περισσότέραν έτι επιμέλειαν· επειδή αύτη ωδηγεί τον άνθρωπον εις τα μεγαλήτερα αξιώματα της Δημοκρατίας. Με την σπουδήν της Ρητορικής ην ηνωμένη και η της φιλοσοφίας, η οποία εμπεριείχεν όλας τας λοιπάς επιστήμας. Εις αυτά τα τρία είδη των επιστημών ήσαν πολλοί έμπειροι διδάσκαλοι, των οποίων όμως ο τύφος ην ως σύνηθες πολύ μεγαλήτερος, παρέξ το επάγγελμά των.



[1] Εν Σφηξ. ςι΄χ. 658.

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2011

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος Πς΄
Ολιβιέρου Γολσμιθίου, Βιέννη 1805

Οι δούλοι

Από τους Οικέτας, άλλοι μεν ήσαν Ελεύθεροι, άλλοι δε Δούλοι ήτοι αιχμάλωτοι, ή αργυρώνητοι. Τούτων, οι μεν πρώτοι ήσαν ελεύθεροι, οι οποίοι δι ένδειαν εγίνοντο μισθωτοί· και εν όσω ήσαν εις αυτήν την κατάστασιν, δεν έφερον ψήφον επ’ εκκλησίας· οι δε δούλοι ήσαν όλως κτήματα, και επομένως υπό την διάκρισιν των κυρίων τους[1]. Ούτοι δεν είχον άδειαν να φορώσι φορέματα, ή να κείρωνται τας τρίχας, ως οι δεσπόται των, ούτε να αλείφωσιν, ή να καπνίζωσι το σώμα με αρωματικά, ούτε να προσκυνώσι διωρισμένας τινάς θεότητας, αλλ’ ούτε και να ονομάζωνται με τίμια ονόματα, θεωρούμενοι και εις πολλάς περιστάσεις ως κατώτερα ζώα των ανθρώπων· το δε παραδοξότερον, ο Σόλων τους απέκλεισεν από την ηδονήν, ή το προνόμιον της Παιδεραστείας, ωσάν τούτο να ήτον τίμιον πράγμα. Οι αυθένται των τους εστιγμάτιζον προς σημείον, ήτοι τους εσφράγιζον με γράμματα εις το μέτωπον, και αλλαχού. Ως τόσον ην εν άσυλον υπέρ των δούλων εκεί, όπου ετάφησαν τα οστά του Θησεώς· και τούτο το άσυλον διήρκεσε περί τας δύο χιλιάδας χρόνων. Όταν οι δεσπόται μετεχειρίζοντο τους δούλους με πολλήν αυστηρότητα, και απανθρωπίαν, ημπόρουν οι δούλοι να τους προσκλαύσωσιν εις την κρίσιν, και αν το πράγμα εμαρτυρείτο, υπεχρεούντο οι αυθένται των να τους πωλήσωσιν εις άλλον· μάλιστα και οι αυτοί οι ίδιοι ημπόρουν να εξαγορασθώσιν, όταν συνήθροιζον τα προς τούτο αναγκαία χρήματα, επειδή απ’ εκείνα, οπού εκέρδιζον κατ’ ολίγον δουλεύοντες, επλήρωνον μόνον εις τους δεσπότας μίαν διωρισμένην ποσότητα, τα δε λοιπά είχον αυτοί, και έκαμνον ένα κεφάλαιον προς ιδίαν των χρήσην. Έτι, τινές δεσπόται, ότε ήσαν ευχαριστημένοι διά την δούλευσιν, αχάριζον αυτοίς συνεχώς την ελευθερίαν· και ότε πάλιν ηναγκάζετο η επαρχία να συνάξη πολύ μεγάλον στράτευμα, τότε απεγράφοντο και αυτοί εν τοις στρατιώταις, και εκτοτε ενομίζοντο πάντοτε ελεύθεροι.

[1] Val. Max.1. 11. C. VI

Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

Ιστορία της Ελλάδος



Ιστορία της Ελλάδος ΠΕ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805

πολιτογράφηση

Ουδείς εδύνατο να είναι Πολίτης, ειμή εκ γενέσεως (γνήσιοι), η πολιτογραφίας (δημοποίητοι). Διά να είναι τις γνήσιος πολίτης, εχρειάζετο να γεννηθή από πατέρα, και μητέρα Αθηναίους, και ελευθέρους. Ο λαός όμως εδύνατο να δώση τοις ξένοις το δικαίωμα του πολίτου· και όσοι επολιτογραφούντο ούτως, είχον σχεδόν τα αυτά προνόμια, και δίκαια με τους γνησίους πολίτας. Το προνόμιον τούτο εδίδετο ενίοτε εις ένδειξιν τιμής, και ευγνωμοσύνης και εις εκείνους, οπού ηγαθοποίουν την επαρχίαν, ως εις τον Ιατρόν Ιπποκράτην[1]· και οι ίδιοι βασιλείς ηγωνίζοντο εσθ’ ότε να λάβωσι τούτον τον τίτλον δι’ αυτούς, και τα παιδία των. Όταν οι νέοι εγίνοντο είκοσι χρόνων, ομνύοντες πρότερον, ενεγράφοντο εν τω καταλόγω των Πολιτών, και ούτως εθεωρούντο ως μέλη της πολιτείας.

Όσοι Μέτοικοι ήρχοντο να κατοικήσωσιν εν Αθήναις διά το εμπόριον, ή άλλοτι εργόχειρον, δεν είχον μέρος εις την διοίκησιν, μήτε εψηφοφόρουν επ’ εκκλησίας, αλλ’ υπερασπίζοντο από μερικούς πολίτας, Προστάτας ονομαζόμενους· δι’ ό και έπρεπε να κάμωσιν εις τούτους μερικάς εκδουλεύσεις, εις δε την επαρχίαν επλήρωνον κατ’ έτος ένα φόρον (μετοίκιον) δώδεκα δραχμών[2], και ότε δεν ήσαν εις στάσιν πληρωμής, εγίνοντο δούλοι, και επωλούντο δημοσία[3]

[1] Διά την βοήθειαν οπού προυξένησεν, ότε συνέβη ο περίφημος λοιμός εν Αθήναις.
[2] Η Δραχμή τιμάται ως 20 παράδες.
[3] Πετίτ. 177.