Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Ιστορία της Ελλάδος


Ιστορία της Ελλάδος ΚΑ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805
Τρωϊκά – η εκστρατεία[1]

Δεν ήθελεν είναι ανάρμοστον να αναφέρω ενταύθα συντόμως τα Τρωϊκά, καίτι τοις πάσι γνωστά. Εν τη μικρά Ασία ην η περίφημος Τρωάς, ήτις κάτ’ αρχάς μεν ωνομάσθη Τευκρία από Τεύκρου πρώτου βασιλέως ταύτης, Δαρδανία από Δαρδάνου γαμβρού του Τεύκρου είτα δε Τρωάς από Τρώος υιού του Εριχθονίου, και παρά τοις Ποιηταίς Ίλιον από Ίλου υιού του Τρώος. Αύτη η πόλις δις εκυριεύθη, και δις ανεκτίσθη. Το δεύτερον εκυριεύθη από τον Ηρακλέα επί υιού του Ίλου Λαομέδοντος, ο οποίος ανωκοδόμησεν αυτήν εκ θεμελίων, στηριχθείσαν με τείχη ασφαλέστατα. Μετά τον Λαομέδοντα βασιλεύει ταύτης ι υιός του Πρίαμος, εφ’ ου και έγινεν ο Τρωϊκός πόλεμος. Ότι κατ’ εκείνον τον καιρόν συνειθίζετο η αρπαγή των γυναικών, και μάλιστα των περιφανεστέρων, αποδεικνύεται από τον φόβον του Τυνδάρεω, βασιλέως της Σπάρτης, και πατρός της περικαλλούς Ελένης, όστις φοβούμενος και δευτέραν αρπαγήν της θυγατρός του, υπεχρέωσεν ενόρκως διαφόρους άρχοντας, οπού εζήτουν αυτήν εις γυναίκα, προς ποινήν, ει τύχοι, του άρπαγος. Ο Πάρις, υιός του Πριάμου, ο οποίος ονομάζεται και Αλέξανδρος, ελθών εις Σπάρτην, και τυχών άκρας υποδοχής υπό του Μενελάου, ήρπασε κτυφίως την κατά κλήρον λαχούσα γυναίκα του Ελένη ομού μετά πολλών θησαυρών. Μία τοιαύτη ατιμία εις ένα τοιούτον Μονάρχην, η παράβασις της φιλοξενίας, ο φημιζόμενος πλούτος της Ασίας, ο όρκος, η ισχύς του Αγαμέμνονος, βασιλέως του Άργους, και αδελφού του Μενελάου, παρεκόνησαν όλους τους βασιλείς της Ελλάδος από Πελοποννήσου έως Θεσσαλίας μετά του Ιδομενέως βασιλέως της Κρήτης, και άλλων τινών, πλην των Ακαρνάνων, προς εκδίκησιν, οίτινες και εκλέξαντες άνακτα και αρχιστράτηγον τον Αγαμέμνονα, συνηθροίσθησαν εις την Αυλίδα, τον λιμένα της Ευβοίας, όθεν και ο στόλος έπλευσε, συνιστάμενος από 1200 πλοία κατά τον Θουκυδίδην, ων έκαστον εμπεριείχεν 120 ανθρώπους.


[1] Η περιγραφή των Τρωικών από τον Γκόλντσμιθ παρέχεται υπό την μορφή σύντομης υποσημειώσεως στο τέλος του κεφαλαίου, που αναφέρεται στο βασίλειο της Σπάρτης.

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Ιστορία της Ελλάδος


Ιστορία της Ελλάδος Κ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805.
Σπάρτη

ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ της Σπάρτης, ή Λακεδαίμονος συνεστήθη κατά τινας από τον Λελεγα[1]. Η Ελένη, η δεκάτη κατά την διαδοχήν από τούτου του μονάρχου, είναι πασιθρύλλητος διά τε την ωραιότητα και απιστίαν της, επειδή μόλις ζήσασα μετά του συζύγου της Μενελάου έτη τρία, ηρπάγη από τον Πάριν, τον υιόν του Πριάμου, βασιλέως της Τρωάδος. Και τούτο φαίνεται ήτον η πρώτη αφορμή, δι’ ην οι Έλληνες ηνώθησαν εις μίαν κοινότητα, και εκυρίευσαν της Τρωάδος μετά πολιορκίαν δέκα χρόνων[2], καθ’ ον χρόνον ο Ιεφθά ην κριτής του Ισραήλ.


[1] Η Λακεδαίμων είναι μεν παλαιοτάτη, ως παρ’ Ομήρω φαίνεται, αλλ’ ουχί τόσον επίσημος εις τα Ελληνικά χρονικά. Το αξιολογώτερον αρχαιότερον συμβεβηκός ίσως κρίνεται η άλωσις της Σπάρτης υπό του περιφήμου Ηρακλέους, όστις εφόνευσε τον τότε βασιλεύοντα Ιπποκόοντα. Η αληθής όμως λαμπρότης της Σπάρτης χρονολογείται από της βασιλείας του Τυνδάρεω, όστις ετέθη επί του θρόνου υπό του Ηρακλέους, και του οποίου η περίφημος Λήδα είναι η μήτηρ των περιφήμων διδύμων Κάστωρος και Πολυδεύκους, των και Διοσκούρων ονομαζομένων, και των περιφημοτέρων αδελφών, Κλυταιμνύστρας και Ελένης. Οι δύο άρρενες αποθεωθέντες διά τα ηρωϊκά των έργα, απέθανον νέοι, των δε αδελφών η μεν Κλυταιμνήστρα συνεζεύχθη μετά του Αγαμέμνονος, η δ’ Ελένη μετά του αδελφού του Μενελάου, και ούτως η οικία του Πέλοπος ηυξήθη ισχύϊτε και λαμπρότητι. Η διοίκησις της Λακεδαίμονος ήτον κατά πρώτον Μοναρχικήν από Λακεδαίμονος γαμβρού του Ευρώτα, άχρι του υιού του Ορέστου Τισαμενού, όστις υστερήθη υπό των Ηρακλειδών του βασιλείου της Σπάρτης, η οποία έσχε δύο βασιλείς ανθ’ ενός, ως κατωτέρω ρηθήσεται.
[2] 1270 π.Χ.

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

Ιστορία της Ελλάδος


Ιστορία της Ελλάδος ΙΘ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805


ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ των Θηβών έχει την αρχήν από του Κάδμου. Ο ήρως ούτος, υιός Αγήνορος, κατήγετο εκ της Φοινίκης, ή ώστινες θέλουσιν εξ Αιγύπτου, όθεν ορμώμενος ήλθεν εις την Βοιωτίαν, και νικήσας μάχη τους Αίονας, προτέρους κατοίκους της Βοιωτίας, έκτισε προς ασφάλειαν την Καδμείαν, όπου κατώκησε μετά των οπαδών του, πληθυνόντων δε των υπηκόων του, εκτίσθησαν μετά ταύτα αι Θήβαι, και η Καδμεία έγινεν ακρόπολις[1]. Αυτός εκδιδοται ως ευρετής των δεκαε΄ξ γραμμάτων του Αλφαβήτου. Επειδή όμως και τα σημεία, και η προφορά αυτών των γραμμάτων ομοιάζει πολύ με την των παλαιών Φοινικικών, ή Εβραϊκών γραμμάτων πιθαναλογούσι τινές, ότι δεν τα εφεύρεν, αλλά τα μετασχημάτισε μόνον εκ της πατρικής του διαλέκτου, ήτις και αυτή τα εδανείσθη από την Αίγυπτον, την μητέρα αυτής της μεγίστης ευρέσεως, ήτις συνήψε τωόντι τον άνθρωπον μετά της Θεότητος τω πλούτω των γνώσεων[2]. Ο Κάδμος έχυσε πρώτος εν Ελλάδι μέταλλα, συστήσας μεταλλουργεία κατά το Παγγαίον όρος εν Θράκη[3]. Αι παράδοξοι τύχαι των δυστυχών απογόνων του, Λαΐου, Ιοκάστης, Ετεοκλέους, και Πολυνείκους, κατέχουσι τον περιφανέστερον τόπον μεταξύ των ποιητικών πλασμάτων ταύτης της περιόδου[4].


[1] Παυσ. Βοιωτ. Κεφ. ς΄
[2] Mersham. Can. Chron. I. VIII.
[3] Plin. Hist. nat. libr. VII. C. 56.
[4] Η χρήσις του οίνου προξένησεν όχι ολιγωτέρας απανθρωπίας εις τας Θήβας, ή εις τα άγρια έθνη της Αμερικής. Η κατάχρησις του κακοήθους ποτού έφερε τον θάνατον του Πολυδώρου υιού του Κάδμου, και του Πειθέως υιού της θυγατρός τούτου του ήρωος, οίτινες κατεσπαράχθησαν από τας Βάκχας (Παυσ. Κορινθ.). Η αυτή ατυχία διήρκεσε και έως του παντελούς ολέθρου της γενεάς του Κάδμου. Λάϊος [1401 π.Χ.] ο υιϊδούς του Πολυδώρου, γεννήσας εξ Ιοκάστης τον Οιδίπουν, κατεδίκασε το νεογνόν βρέφος εις βοράν των αγρίων ζώων, φοβούμενος κατά τον χρησμόν, μήπως ο γεννηθείς φονεύση τον πατέρα του. Αλλ’ ο δυστυχέστατος των ανθρώπων Οιδίπους, ου μόνον διασωθείς υπό των δούλων, και ανατραφείς εν ξένη κρυφίως, εφόνευσεν άκων τον πατέρα του, κατά την Φωκίδα απαντήσας, αλλά και εις Θήβας ελθών [1354 π.Χ.], έλαβε την μητέρα του Ιοκάστην εις γυναίκα, όστις μαθών μετά χρόνον, εαυτόν απετύφλωσεν. Ο νεώτερος υιός του Οιδίποδος Πολυνείκης, στασιαζόμενος προς τον αδελφόν του Ετεοκλέα υπέρ της βασιλείας, κατέπεισε τον Άδραστον βασιλέα του Άργους μετ’ άλλων έξ ηγεμόνων, και ενός πολυαρίθμου στρατού εναντίον των Θηβαίων [1317 π.Χ.]. Αλλ’ οι μεν δύο αδελφοί μονομαχήσαντες, εφόνευσαν αλλήλους. Οι δε Θηβαίοι ενίκησαν κατά κράτος τους επτά ηγεμόνας μετά του στρατού, των οποίων οι παίδες, Επίγονοι ονομασθέντες, οργισθέντες ενίκησαν αύθις κατά κράτος τους Θηβαίους [1307 π.Χ.], διαρπάσαντες την πόλιν, και ελθόντες εις την πατρίδαν των με πολλά λάφυρα (Διοδ. Σικ. Κεφ. 64-66). Μετά την εισδρομήν των Επιγόνων πέντε βασιλείς βασιλεύουσι των Θηβαίων, ων ο τελευταίος ην ο Ξάνθος οπού εφονεύθη [1190 π.χ.] υπό του Μελάνθου, μεθ’ ο η διοίκησις έγινε Δημοκρατική (Παυσ. Θ΄. 5.).

Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2009

Ιστορία της Ελλάδος


Ιστορία της Ελλάδος ΙΗ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805.
Κόδρος

Ο δέκατος έβδομος και ύστατος βασιλεύς των Αθηναίων ο Κόδρος[1], εθυσιάσθη εκών υπέρ της σωτηρίας της πατρίδος του, ότε ήλθον οι Ηρακλείδαι εις ακμήν να κυριεύσωσι τας Αθήνας μετά την Πελοπόννησον[2], όστις μεταμορφωθείς, κατά τον χρησμόν οπού εκήρυττε νικητάς, ώντινων ο βασιλεύς ήθελεν αποθάνη εν τη μάχη, υπό το σχήμα ενός χωριάτου, και παροργίσας ένα των στρατιωτών του εχθρού, εφονεύθη. Όπερ μαθών ο εχθρός παρά των Αθηναίων ζητούντων το λείψανόν του διά κήρυκος, ανεχώρησεν απράκτως, έντρομος γενόμενος επί τω συμβάντι. Μετά τον θάνατον του Κόδρου, διώρισαν έπειτα οι Αθηναίοι αρχηγούς της Δημοκρατίας τους Άρχοντας, ων πρώτος ονομάζεται μέδων, ο υιός του Κόδρου. Το αξίωμα του Άρχοντος διωρίσθη πρώτον διά βίου, έπειτα περιωρίσθη διά δεκαετίας, και τέλος αυξανόντων των πλουσίων και αριστοκρατικών, φοβούμενος ο Δήμος μη κινδυνεύση η ελευθερία του, περιέστειλε το αξίωμα εις ένα μόνον ενιαυτόν. Ο πρώτος των ενιαυσίων Αρχόντων ονομάζεται Κρέων.


[1] 1132 π.Χ.
[2] Meurs. de leg. atticis. libr.III.