Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2009

Ιστορία της Ελλάδος


Ιστορία της Ελλάδος ΙΖ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805

Θησεύς

Η αληθής όμως λαμπρότης των Αθηνών χρονολογείται από του Θησέως [1322 π.Χ.], δεκάτου βασιλέως της Αττικής από του Κέκροπος. Ούτος ην υιός του Αιγέως και της Αίθρας[1], ανατραφείς δε εν Τροιζήνι, εις την οποίαν η εύκλεια των άθλων του συγγενούς του Ηρακλέους ανηρέθισε την φιλαυτίαν του, απεφάσισε να μιμηθή αυτόν τον Ήρωα[2]. Η κατάλυσις πολλών κακούργων, η νίκη κατά των Παλλαντιδών, οίτινες εζήτουν να κυριεύσωσι τον θρόνον, η θυσία ενός αγρίου ταύρου, όστις έφθειρε τα πέριξ του Μαραθώνος, χαρακτηρίζουσι την ιδιωτικήν του ζωή. Ιδιαιτέρως δε είλκυσε την εύνοιαν των Αθηναίων, ηλευθέρωσεν αυτούς από τον φόρον, οπού έδιδον κατά καιρούς εις τον Μίνωα βασιλέα της Κρήτης, του οποίου τον υιόν δολοφονήσαντες οι Αθηναίοι, κατεδικάσθησαν απ’αυτόν, όστις πρώτος εν τη Ελλάδι εκτήσατο ναυτικόν, και υπέταξε τας Κυκλάδας νήσους, να προσφέρωσι κατ’ έτος επτά νέους, και ισαρίθμους νέας. Ο Θησεύς κινδυνεύσας την ζωήν του, υπήγεν εις των επτά εις την Κρήτην, όπου θαυμασθείς διά την ανδρείαν του, και λαβών γυναίκα την Αριάδνην, θυγατέρα του Μίνωος, ηλευθέρωσε του γένος του της δουλείας, άξιος της βασιλείας έργω φανείς, ης και έτυχε μετά την από της Κρήτης επιστροφής του. Ευθύς έπειτα συνήψε τους Αθηναίους εις μίαν πόλιν, και περιορίσας μ.όνος του την βασιλικήν αξίαν, συνέστησε το δημοκρατικόν σύστημα, και εκήρυξε τον εαυτόν του μόνον υπερασπιστήν των νόμων, και αρχηγόν της Δημοκρατίας. Ο Θησεύς ήθελεν υπερβή βεβαίως όλους τους απ’ αιώνος βασιλείς κατά το μέγεθος της δόξης, αν δεν ετυφλούτο από μίαν άκαιρον φιλονεικίαν να μιμηθή τον Ηρακλέα, αρπάσας την Ελένην ενναετή ούσαν μετά Πειρίθου του ειλικρινεστάτου φίλου του, δι’ ου παρώξυνε τους αδελφούς της κατ’ αυτού, και προυξένησε μίαν εισβολήν εις την Αττικήν, απών αυτός προς εκτέλεσιν μικρών κατορθωμάτων, και φυλακωθείς εν Ηπείρω υπό του Αϊδωνέως, του οποίου την θυγατέρα έμελλε να αρπάση διά του Πειρίθου. Οι υπήκοοί του τον εμίσησαν, το οποίον βλέπων, ανεχώρησεν εις Σκύρον, όπου απέθανεν[3], έτη βασιλεύσας τριάκοντα.

[1] Ο Αιγεύς προβεβηκώς ων τη ηλικία, έμεινεν άτεκνος, κάιτοι δις υπανδρευθείς, δι’ όπερ επιβουλευόμενος και καταφρονούμενος υπό των πολυαρίθμων υιών του Πάλλαντος, νεωτάτου αδελφού του, ελθών εις Δελφούς, ηρώτησε τον χρησμόν περί διαδόχου. Επειδή δε η απόκρισις ην σκοτεινή και δυσνόητος κατά το σύνηθες, προσέδραμε προς εξήγησιν εις τον Πελοπίδη Πιτθέα, βασιλέα της Τροιζήνος, όστις συνείς τον χρησμόν, συγκατέκλινε τον Αιγέα μεθύσαντα μετά της θυγατρός του Αίθρας, ήτις και ου πολύ μετά την αναχώρησιν του Αιγέως εγέννησε τον Θησέα, ο οποίος κατελθών διά ξηράς μετά πολλούς κινδύνους και ανδραγαθίας εις Αθήνας, ολίγον έλειψε να φαρμακωθή εις εν συμπόσιον υπό της ζηλοτύπου μηδείας αυτόσε ευρισκομένης, αναγνωρισθής δε παρά του πατρός του από τινα σημεία, ανεκηρύχθη διάδοχος, νικήσας έπειτα μάχη τους επιβουλεύοντας Παλλαντίδας. Ούτος συνέστησε την κοινήν των Αθηναίων εορτήν Αθήναια ονομαζομένη, ύστερον δε απ’ αυτού Παναθήναια κληθείσαν, και έκτοτε οι Αθηναίοι ωνομάζοντο ενί και τω αυτώ ονόματι, επειδή πρώτον εκαλούντο διαφόρως, δηλ. από το γένος Ίωνες, από την χώραν Αττικοί, από τους βασιλείς Κραναοί, Κεκρόπιοι, Ερεχθείδαι. Αυτός σύνηψε τους δώδεκα δήμους του Κέκροπος, όθεν προήρχοντο πολλά άτοπα διά το πολυκέφαλον, εις μίαν πόλιν, και συνέστησε τους Ισθμιακούς αγώνας. Μετ’ αυτόν παραλαβών ο Μενεσθεύς [1293 π.Χ.] την βασιλείαν, εστρατήγει των Αθηναίων εις τον Τρωϊκόν πόλεμον.
[2] Πλουτ. εν βίω Θησ.
[3] Πλουτ. εν βίω Θησ.

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2009

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΙΣΤ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805.
Μετά τον Κέκροπα και έως του Αιγαίa.

Τον Κέκροπα διεδέχθη ένας ιθαγενής Αθηναίος, Κρανάος[1] τούνομα, όστις καταλύεται υπό του Αμφικτύονος, του οποίου η σοφία γνωρίζεται εκ της Συνόδου, οπού συνέστησε μεταξύ των δώδεκα δυνατωτέρων εθνών της Ελλάδος, συνδέων την Ελλάδα όλην με την Αμφικτυονικήν καλουμένην σύνοδον εις εν σώμα τω όντι ακαταμάχητον[2]. Τον αυτόν σκοπόν είχε βέβαια, όταν ήθελε να συστήση τα Παναθήναια, το οποίον όμως δεν επρόφθασεν, εκβληθείς τω δεκάτω έτει της βασιλείας υπό του Εριχθονίου[3]. Ούτος χαλινώσας πρώτος ίππους, και ευρών την άμαξαν, έπαυσε τρόπον τινά τον άνθρωπον από το να είναι υποζύγιον[4], ανεκάλυψε τον γλυκύτατον καρπόν των μελισσών[5], και έδωκεν ιδέαν του εμπορίου εις τους υπηκόους του, τους οποίους σύνηψε στενότερον διά της εορ΄της των Παναθηναίων[6]. Εις τον καιρόν του υιού του Πανδίονος εισήχθη εις την Αττικήν η χρήσις του οίνου και σίτου, δώρον της τον δήμον τηρούσης Γεωργίας.

Και το όνομα του Τριπτολέμου[7], όστις εκοινολόγησεν αυτό το άκρον αγαθόν, πρέπει να είναι εγκεχαραγμένον εις κάθε φιλάνθρωπον ψυχήν, ως μεγίστου ευεργέτου της ανθρωπότητος[8].

[1] 1590 π.Χ.
[2] Ηροδ. πολυμν.
[3] Απολλ. Γ΄. Κεφ. ΙΔ΄.
[4] Ερατοσθ. καταστερ. 13.
[5] Βιργ. Γεωργ. Βιβλ. γ΄. στιχ. 113
[6] Διοδ. Σικ. Βιβλ. Α.
[7] Ο Τριπτόλεμος εδιδάχθη, καθώς λέγουσι, την Γεωργίαν από την θεάν Δήμητρα, ης και προς τιμήν διωρίσθησαν τα Ελευσίνια, από της πόλεως Ελευσίνος επονομασθέντα.
[8] Μετά τον Πανδίονα βασιλεύει ο Ερεχθεύς [1431 π.Χ.], παρ’ ω ευρίσκετο ο του Έλληνος [1397 π.Χ.] υιός Ξούθος μετά των υιών του Αχαιού και Ίωνος. Μετ’ αυτόν ο Κέκροψ ο δεύτερος [1372 π.Χ.]. Μεθ’ ον Πανδίων ο δεύτερος [1354 π.Χ.], και είτα ο Αιγεύς.

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2009

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΙΕ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805.
Κέκροψ

ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ της Αττικής ην εξ αρχής πολυανθρωπότερον, ή αι πλησιόχωροι ισόχρονοι δυναστείαι[1]. Ο πρώτος βασιλεύς ονομάζεται Ώγυγος[2], εφ’ ου έγινεν ο Ωγύγιος καλούμενος κατακλυσμός επί της Αττικής. Η αληθής όμως σύστασίς της ήρξατο από του Κέκροπος. Ούτος ορμώμενος από της εν Αιγύπτω Σαΐδος[3], κατήχθη μετά των εταίρων του εις την Αττικήν, όπου ο τότε βασιλεύων Ακταίος, αφ’ ου ωνομάζετο και η Αττική Ακτή[4], υποδεξάμενος αυτόν, και συζεύξας αυτώ την θυγατέρα του Άγραυλον, άφησε διάδοχον του θρόνου. Ο Κέκροψ εν τοις 50 έτεσιν οπού διώκησε, μετέπλασε θείως τωόντι τας αγρίας ψυχάς των υπηκόων του, έδειξεν αυτοίς πολλά κάρπιμα δένδρα προς συντήρησίν των, διέταξε τα γαμικά καθήκοντα προς εταιρικήν ησυχίαν[5], συνέστησε το σεβασμιώτατον κριτήριον του Αρείου πάγου[6], το οποίον έδειξεν εις τους Έλληνας πρωϊμώτατα την εκ της δικαιοσύνης σωτηρίαν[7], διώρισεν άκρως σοφώς να θάπτωσι τους νεκρούς[8], συνήψε τους Αθηναίους προς ασφάλειάν των εις δώδεκα δήμους, ήτοι πόλεις[9], και εισήγαγε την Αιγυπτιακήν θεοκρατίαν[10]. Διά ταύτα και αποθανών ετιμήθη ως θεός[11].

[1] Θουκ. Α΄. β΄.
[2] Παυσ. Αττ. Κεφ. 38.
[3] πλατ. εν Τιμ.
[4] Στεφ. Βυζ. εν λεξ. ακτή.
[5] Αριστ. πλουτ. 773.
[6] Ο Άρειος πάγος ωνομάσθη αφ’ ενός όρους πλησίον του φρουρίου, αφιερωμένου τω Άρεϊ. Τούτο το σεβάσμιον κριτήριον συνιστάμενον από τους ευγενεστέρους, πλουσιωτέρους, και εναρετωτέρους πολίτας, ετιμάτο τόσον υπό πάντων, ώστε όλαι αι πόλεις της Ελλάδος εκρίνοντο εις τας ιδιαιτέρας διχονοίας εκουσίως υπ’ αυτού, του οποίου η γενική υπόληψις διεσώθη άχρι του Περικλέους, όστις μη δυνάμενος να γένη Αρειοπαγίτης διά το μη είναι άρχοντα, ηχρείωσε παντοίω τρόπω τούτο το κριτήριον, φθείρας την τε υπόληψιν και την δύναμιν.
[7] Δημοσθ. κατά αριστοκρ.
[8] Cicer. de leg. lib. II
[9] Στρ. Βιβλ. Θ΄.
[10] Μάλιστα δε την λατρείαν του Διός επονομαζομένου υψίστου, και της Αθηνάς, αφ’ ης και η πόλις ωνομάσθη.
[11] Ο Κέκροψ ωνομάσθη διφυής. Η αιτία τούτου είναι έτι άγνωστος. Οι μεν λέγουσι, διότι διώρισε τον γάμον (Σουΐδ. εν λεξ. Κεκρ.), άλλοι δε, διότι εγίγνωσκε δύο διαλέκτους, την πάτριον και την Ελληνικήν (Ευς. χρον.) και άλλοι άλλως προς το δοκούν υποτιθέντες. Μήπως ωνομάσθη Διφυής, επειδή ενομίζετο θεός και άνθρωπος; Εγώ ευρίσκω αυτήν την δόξαν πιθανωτέραν, ίσως ως εδικήν μου; Ο αναγνώστης ας κρίνη, αν δεκάζωμαι υπό της φιλαυτίας.

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΙΔ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805.
Μυκήνες – Πελοπίδες – Ηρακλείδες

Μ’ ΌΛΟΝ ΟΠΟΎ το βασίλειον των Αθηνών είναι αρχαιότερον του Μυκηναίου, η σειρά όμως του λόγου απαιτεί να διέλθωμεν εν συνόψει το βασίλειον των Μυκηνών πρότερον. λυγκεύς ο Αιγύπτου εγέννησεν εξ Υπερμνήστρας της Δαναΐδος τον Άβαντα, Άβας δε εγέννησε Προίτον και Ακρίσιον διδύμους, οίτινες στασιάσαντες προς αλλήλους, εμερίσαντο το Άργος δι’ όπλων[1]. Και ούτω Προίτος μεν εβασίλευσε Τίρυνθος, Ακρίσιος δε Άργους. Περσεύς[2] όμως, ο Δανάης της θυγατρός του Ακρισίου υιός, άκων αποκτείνας τον πάππον, και αισχυνόμενος να επανέλθη εις το Άργος, ηλλάξατο με τον υιόν του Προίτου Μεγαπένθην, και έλαβεν αντί του Άργους την τίρυνθα, ης μητρόπολιν απέδειξε τας Μυκήνας[3]. Τον Περσέα διεδέχθησαν οι υιοί του, Αλκαίος πατήρ του Αμφιτρύωνος, Ηλεκτρύων πατήρ της Αλκμήνης, και Σθένελος, του οποίου ο υιός Ευρυσθεύς μόνος βασιλεύσας μετέπειτα των Μυκηνών, είναι περίφημος εις τα ελληνικά χρονικά διά το προς τον εξάδελφόν του Ηρακλέα μίσος. Δεν είναι λαμμία λαμπρά πράξις, οπού να μην ανέθεσαν οι Έλληνες εις αυτόν τον τριέσπερον ηρωάτων. Μέγιστος (τριών πήχεων και ¼) το ανάστημα[4], ανδρειότατος, έπρεπε μ’ όλον τούτο να εκτελή τας προσταγάς του Ευρυσθέως, αις κατά το πεπρωμένον πειθόμενος, κατώρθωσε τους δώδεκα θρυλλούμενους άθλους[5]. Οι παίδες δε του Ηρακλέους εβδομήκοντα δύο τον αριθμόν, εν οις μόνον μία θυγάτηρ[6], διωκόμενοι υπό του Ευρυσθέως, νικήσαντες αυτόν, εξεβλήθησαν πάλιν του Άργους, και βασιλεύουσι του Άργους και των Μυκηνών οι Πελοπίδαι[7], ο Ατρεύς, ο Θυέστης, ο Αγαμέμνων, έως ότου επελθόντες πάλιν η[8] Ηρακλείδαι, κατέλυσαν όλας τας Πελοποννησιακάς εξουσίας, και διελόμενοι εις τρία όλην την Χερσόνησον[9] εβασίλευσαν[10].

[1] Ούτοι εύρον πρώτοι τας ασπίδας.
[2] Σύγχρονος τω Περσεί ην ο Πέλοψ, ο υιός του Ταντάλου βασιλέως Φρυγίας (Ις. Ελ. εγκ. Στρ. Βιβ. η΄.), ή κατά τον Πίνδ. (Ολ. α΄.) της Λυδίας, ο πλουσιώτατος και δυνατώτατος των τότε, όστις ελθών εκείθεν, και κυριεύσας την Πελοπόννησον, αφ’ ου και επωνομάσθη, έγημε την Ιπποδάμειαν, θυγατέρα του εν Ηλεία βασιλέως Οινομάου, συζεύξας την εαυτού θυγατέρα Αστυδάμειαν μετά του Σθενέλου πατρός του Ευρυσθέως, ούτινος φονευθέντος εν τη μάχη υπό των Ηρακλειδών, βασιλεύει των Μυκηνών ο Πέλοπος υιός Ατρεύς, και ούτως αι οικίαι του Περσέως και Πέλοπος ενωθείσαι εις την οικίαν του τελευταίου, εξαπλώθησαν καθ’ όλην σχεδόν την Πελοπόννησον.
[3] Απολλ. Βιβλ. Β΄. Κεφ. Δ΄.
[4] Ηράκλ. Ποντ. Γ΄.
[5] Ούτος ο μέγας Ήρως της Ελλάδος εγεννήθη εν Θήβαις της βοιωτίας υπό Αλκμήνης γυναικός Αμφιτρύωνος του αυτόσε βασιλέως. Ο Ευρυσθεύς φθονών κρυφίως την λαμπράν γέννησιν και ανδρείαν τούτου του Ήρωος, ηνάγκασεν αυτόν εις διαφόρους κινδύνους, ως οι θρυλλούμενοι δώδεκα άθλοι μαρτυρούσιν. Αλλ’ η περιγραφή των κατορθωμάτων του, ως πλήρης ούσα πάσης Μυθολογικής πλάσεως και δυσειδαιμονίας, εγκαταλιμπάνεται ενταύθα. Διότι τί άλλο πρέπει να εννοήσωμεν υπό την εικόνα του Νεμαίου λέοντος, της επτακεφάλου Ύδρας, κτ., ή ληστάς, κακοτρόπους, και τυράννους καταδαμασθέντας υπ’ αυτού; Κατ’ εκείνους τους καιρούς ο πλανώμενος βίος των ενδοξοτέρων ανδρών, ην ως φαίνεται πάγκοινος, καθώς μαρτυρεί περισσότερον και η κατ’ εκείνον τον καιρόν συμβάσα εκστρατεία των Αργοναυτών (π.Χ. 1350), μεθ’ ων 50 τον αριθμόν, των ενδοξοτέρων και ανδρειοτέρων της Ελλάδος, πλεύσας ο Ιάσων βασιλεύς της Ιωλκού και υιός του Αίσονος επί του πλοίου της Αργούς κατασκευασθέντος υπό του Άργου από τον λιμένα της Θεσσαλίας προς τη Ιωλκώ, ήλθε μετά πολλούς κινδύνους και μυθώδεις τύχας εις την Κολχίδα της Ασίας, προς αρπαγήν των του Αιήτου βασιλέως ταύτης θησαυρών, επ’ ονόματι του χρυσού δέρατος, όπερ και επιτυχών διά βοηθείας της μηδείας θυγατρός του Αιήτου, επέστρεψε μετ’ αυτής νικητής εις Ιωλκόν, όπου και λαβών αυτήν εις γυναίκα κατά την υπόσχεσιν, είτα την απέβαλε φυγούσαν εις τον Αιγέα βασιλέα των Αθηνών. Η επιστήμη ταύτης της γυναικός εις την μαγείαν και γοητείαν, και αι τραγικαί τύχαι προξένησαν μεγάλον κρότον εις τα συγγράμματα των Ποιητών.
[6] Αριστ. ζώων ιστορ. Βιβ. Ζ΄. Κεφ. ς΄.
[7] Θουκ. Βιβ. Α΄. Κεφ. ς΄.
[8] η αντί του σωστού οι. προφανώς πρόκειται για τυπογραφικό λάθος.
[9] Απολ. Βιβλ. Β΄.
[10] Ογδοήκοντα χρόνους μετά την άλωσιν της Τρωάδος, έγινε μία γενική σχεδόν μεταβολή εις την Ελλάδα. Οι Ηρακλείδαι εκλήθησαν από τας Αθήνας, όπου κατέφυγον διωκόμενοι υπό του Ευρυσθέως, εις κατοίκισιν της Δωρίδος, ης ο βασιλεύς (Στρ. Βιβ. Θ’.) λαβών τον πρεσβύτερον υιόν του Ηρακλέους Ύλλον χάριν του πατρός του ως υιόν, αφήκε διάδοχον. Και ούτω γενόμενοι οι Ηρακλείδαι εξ εξορίστων και ταπεινών μεγάλοι βασιλείς, και δυσαρεστούμενοι μεταξύ των αγρίων της Οίτης και του Παρνασσού, εζήτουν οικειοποιούμενοι το μεν βασίλειον του Άργους ως απόγονοι του Περσέως, το δε της Μεσσήνης και Λακεδαίμονος ως απόγονοι του κυριεύσαντος αυτά Ηρακλεόυς, ων εστερήθησαν διά την υπεροχήν των Πελοπιδών. Δις δοκιμάσαντες να διέλθωσιν τον ισθμόν, απέτυχον, φονεύσαντες εν μια μάχη τον Ευρυσθέα. Τέλος δε ο Τήμενος, Κρεσφόντης, και Αριστόδημος, απόγονοι του Ύλλου, ορμισθέντες από την Ναύπακτον μετά του Οξύλου βασιλέως της Αιτωλίας και ενός πολυαρίθμου στρατεύματος, διήλθον τον Κορινθιακόν κόλπον, λεηλατίσαντες την Χερσόνησον (Ηροδ. Βιβ. Θ΄. Παυσ. Βιβ. Α΄. Β΄. Πολυβ. Βιβ. Α΄. β΄. κτ.), και εκδιώξαντες τον τότε βασιλεύοντα υιόν του ορέστου Τισαμενόν, μεθ’ ου οι φυγάδες υπήκοοί του Αχαιοί ορμήσαντες επί τους Ίωνας, οπού κατώκαουν του δυτικού αιγιαλού του Κορινθιακού Ισθμού, και νικήσαντες, αποθανόντος ενδόξως του βασιλέως των εν τη μάχη, εξεδίωξαν αυτούς της χώρας, η και Αχαΐα επωνομάσθη. Ούτως ο μεν Τήμενος έλαβε το Άργος, ο δε Κρεσφόντης την Μεσσήνην, ο δε Όξυλος την Ηλείαν, και του Αριστοδήμου αποθανόντος οι δύο υιοί, Ευρυσθένης και Προκλής, συνεβασίλευσαν της Σπάρτης. (Παυς. Βιβ. Β΄. κτ.)

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2009

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΙΓ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Bιέννη 1805

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΣΙΚΥΩΝΑ έπεται τω χρόνω το βασίλειον της αργολίδος ομοίως εν Πελοποννήσω, αρξάμενον από Ινάχου κατά το 1080 έτος προ της εισαγωγής των Ολυμπιάδων[1], από τον οποίον ωνομάσθη ο εν Άργει ποταμός Ίναχος[2]. Ίναχον διεδέξατο ο υιός του Φορωνεύς[3], όστις έταξε νόμους εις το Άργος, και έκτισε πρώτος ναούς εις τους θεούς[4]. Αυτώ ακολουθεί ο υιός του Άπις[5], τύραννος δυνάστης, αφ’ ου ωνομάσθη όλη η Πελοπόννησος Απία[6]. Μετά τούτον βασιλεύει Άργος ο Διός και νιόβης θυγατρός του Άπιος υιός[7], αφ’ ου ωνομάσθη και το βασίλειον αυτό, και όλη η Πελοπόννησος. Και αύτη η διαδοχή κατελύθη από τον Δαναόν[8] τον υιόν του Βήλου, όστις ορμώμενος από της εν Αιγύπτω Θηβαΐδος[9], ωρμίσθη μετά των πεντήκοντα θυγατέρων του εις την Αργολίδα, και εκβαλών Γελάνορα τον έσχατον Ιναχίδην της βασιλείας, όλους τους Έλληνας από του ονόματός του μετωνόμασε Δαναούς. Όλη η Μυθολογία είναι πλήρης των Δαναΐδων, ότι και αι πεντήκοντα ομού εφόνευσαν τους νυμφίους των, πλην της πρωτοτόκου Υπερμνήστρας, ήτις διεφύλαξε τον άνδρα της Λυγκέα[10], όστις και διεδέξατο τον Δαναόν εις την διοίκησιν[11].

[1] 1986 π.Χ.
[2] Παυσ. Κορινθ. Κεφ. ΙΕ΄.
[3] 1926 π.Χ.
[4] Κλημ. Αλεξανδρ. εν προτρεπτ.
[5] 1896 π.Χ.
[6] Απολλοδ. Βιβλ. Β΄.
[7] Σχολ. Ομήρ. Ιλ. α.
[8] 1572 π.Χ.
[9] Ηρόδ. Ευτέρπ.
[10] Ο Δαναός εμποδιζόμενος υπό του χρησμού να ενώση τας 50 θυγατέρας μετά των 50 υιών του αδελφού του βασιλέως εν Αιγύπτω, ηναγκάσθη να φύγη εις Ρόδον, καντεύθεν εις Άργος, όπου καταδιωκόμενος υπό του αδελφού του Αιγύπτου, εβιάσθη να συγκατανεύση εις το ζήτημά του, παραγγείλας τας θυγατέρας του να φονεύση καθεμία τον νυμφίον της, ως και έγινε, πλην μιας.
[11] Απολλ. Βιβ. Β΄. Κεφ. Α΄.