Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

Ιστορία της Ελλάδος


Ιστορία της Ελλάδος ΙΗ΄

Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805

Μακεδονία


ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ έσχεν πρώτον βασιλέα τον Καρανόν[1], απόγονον του Ηρακλέους, αφ' ου και διήρκεσεν 626 χρόνους, έως ότου ελθόντες οι Ρωμαίοι, έλαβον τον Περσέα αιχμάλωτον.


Τοιαύτην εικόνα παρίστησιν ημίν η Ελλάς εν τη πρώτη νηπιότητι, μίαν σωρείαν πολιτιδίων, ων εκάστη είχε τον ξεχωριστόν βασιλέα της, κοινώς μεν υπέρ της αμοιβαίας ασφαλείας τε και του συμφέροντος αλυσοδεδεμένων, ιδιαιτέρως δε στασιαζουσών προς αλλήλας, και κατεχθρευομένων, εξ αιτίας και μόνης της ζηλοτυπίας των βασιλέων, πηγής παντοτεινής διχονοιών, ως πολλάκις συμβαίνει εις τοιαύτα βασιλίδια. Αλλά τέλος αύται αι πολιτείαι άρχησαν να εξυπνώσι βαθμηδόν από τον λήθαργον της ελεεινής αυτών καταστάσεως. Ο λαός σωφρονισθείς από τας δυστυχίας του, και μη υποφέρων πλέον την παντοτεινήν έχθραν και διχόνοιαν ων βασιλέων, επεθύμει να είναι ελεύθερος. Το πνεύμα της ελευθερίας υπερίσχυσε καθ' όλην την Ελλάδα, και ούτω πάσα επαρχία, πλην Μακεδονίας, μετέβαλε την διοίκησιν εκ Μοναρχίας εις Δημοκρατίαν, η οποία διέφερε μ' όλον τούτο τη μορφή αναλόγως τω αριθμώ των πόλεων, κατά το διάφορον πνεύμα, και τον ιδιαίτερον χαρακτήρα εκάστου λαού.


[1] 2170. κτ. τ.

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

Ιστορία της Ελλάδος


Ιστορία της Ελλάδος ΚΓ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805

Κόρινθος


Η ΚΟΡΙΝΘΟΣ άρχησε βραδύτερον, ή αι ανωτέρω ρηθείσαι πόλεις, να λαμβάνη μορφήν μιας επαρχίας, και να διοικήται τακτικώς από βασιλείς. αύτη ούσα πρότερον υποκειμένη εις το Άργος, και εις τας Μυκήνας, εκυριεύθη τέλος υπό του υιού του Αιόλου Σισύφου, του οποίου ο υιός Γλαύκος συνέστησε τα Ίσθμια(1). Επί της βασιλείας των υιών του Προπόδα εξουσίασε ταύτης ο Ηρακλείδης Αλήτης, εξ ου κατήγοντο και οι Βακχιάδαι, οίτινες υπέρ τους διακοσίους τον αριθμόν, μετέβαλον την βασιλικήν διοίκησιν εις αριστοκρατικήν, εκλέγοντες κατ' έτος εξ αυτών αρχηγόν τινα υπό το όνομα Πρύτανιν(2). Εν ταύτη τη αριστοκρατική εξουσία, η οποία διήρκεσε περί τας πέντε γενεάς, στείλαντες οι Κορίνθιοι αποικίας κατώκισαν τας Συρακούσας και την Κέρκυραν, αύτη δε την Επίδαμνον και Απολλωνίαν εν Ιλλυρία. Τέλος εκδιώξας τους Βακχιάδας ο Κύψελος, υιός του Ηετίωνος, έλαβε το σκήπτρον της τυραννίας, μεθ' ον βασιλεύει ο υιός του Περίανδρος, γνωστός διά τε την συναρίθμησίν του μεταξύ των επτά σοφών της Ελλάδος, και διά τα κρίματά του(3), δι ά και παροργισθέντες οι Κορίνθιοι, και φονέυσαντες τον διάδοχόν του Ψαμμήτιχον(4), μετέβαλον την διοίκησιν εις ένα μίγμα ολιγαρχίας και δημοκρατίας, και έκτοτε το προς την Μοναρχίαν μίσος, το πρόσφορον εμπόριον, η θέσις του Ισθμού, η μόνη κοινωνία μετά της Πελοποννήσου και της ξηράς, ηνάγκασαν τους Κορινθίους εις διαφόρους εμφυλίους πολέμους της Ελλάδος(5).


(1) Παυσ. Α΄.

(2) Ο αυτός. Κορνθ. Β΄.

(3) Ηρ. Ε΄. 92. παρ. 6.

(4) Αρ. πολ. Ε΄. 12.

(5) Vinding. Hellen. p. 160. sqq.

Τετάρτη, 04 Νοεμβρίου 2009

Ιστορία της Ελλάδος


Ιστορία της Ελλάδος ΚΒ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805
Τρωϊκά Β΄

Φθάσαντες ουν οι Έλληνες εις την Τρωάδα, καταδιώκουσι τους Τρωαδίτας εις τα τείχη της πόλεως, προσπαθώσι να την κυριεύσωσι δι’ εφόδου, αλλ’ εις μάτην, αναγκάζονται λοιπόν να την πολιορκήσωσι, τέλος δε μη έχοντες ζωοτροφίαν, άρχησαν να αρπάζωσι τας γειτόνους χώρας, αλλ’ η τοιαύτη πηγή δεν ημπορεί να διαρκέση πολύ. Διά τούτο οι μεν αυτών εστάλησαν προς γεωργίαν των πεδιάδων της Θρακικής χερσονήσου, οι δε καθήμενοι, επολιώρκουν την πόλιν. Οι Τρωαδίται μη φοβούμενοι, επολιώρκουν την πόλιν. Οι Τρωαδίται μη φοβούμενοι τους αναπολειφθέντας Έλληνας, εξήρχοντο πολλάκις εις μάχην, και ενέβαλλον εις την πόλιν νέας ζωοτροφίας. Και ούτως εννέα χρόνοι παρήλθον, χωρίς να υπερισχύση κανένα μέρος. Εν δε τω δεκάτω έτει αι προφανείς συμφοραί των Ελλήνων, προυξένησαν ταχέως την πτώσιν της υπερηφάνου πόλεως του Πριάμου. Ο φθοροποιός λοιμός, οπού συνέβη εις το στράτευμα των Ελλήνων, και η περιβόητος διχόνοια του Αχιλλέως και Αγαμέμνονος, ηδυνάτισαν τους Έλληνας ουκ ολίγον. Οι Τρωαδίται εγκαρδιωθέντες, ώρμησαν πολλάκις εις τους Έλληνας κατά το στρατόπεδον, νικήσαντες αυτούς εις διαφόρους μάχας, ων εν τη τελευταία εφονεύθη παρά του Έκτορος, του ανδρειοτάτου των Τρωαδιτών, ο ειλικρινής φίλος του Αχιλλέως Πάτροκλος. Ο θάνατος του Πατρόκλου παρώργισε τον Αχιλλέα κατά των Τρωαδιτών, όστις άχρι τούδε δεν επολέμει διά τον προς τον Αγαμέμνονα θυμόν του, και ελθών πάλιν εις το στρατόπεδον, έσβυσε την φλόγα της οργής του εις το αίμα του Έκτορος, όστις ενομίζετο ως τείχος ακαταμάχητον της Τρωάδος, η οποία και ου πολύ μετά τον θάνατόν του εκυριεύθη κατά τινας μεν δόλω και προδοσία, κατ’ άλλους δε στρατηγήματι, ολίγων τινών διασωθέντων εκ των φλογών εις εκείνον τον θόρυβον. Τοιουτωτρόπως οι Έλληνες αναλαβόντες την Ελένην, εκδικήθησαν εντελέστατα την τε οικίαν, και το έθνος του πρωταιτίου του πολέμου.

Η Ελλάς εθριάμβευεν, αλλά μελαγχολικός ο θρίαμβος, επειδή μετά την επιστροφήν των διχόνοιαι, και εμφύλιοι πόλεμοι συνέβησαν εις όλας τας πολείς της Ελλάδος. Πολλοί των βασολέων κατέφυγον μετά την επιστροφήν των εις μακρυνούς τόπους, χωρίς ελπίδος επιστροφής. Ο Αγαμέμνων επιστρέψας εις το Άργος, εφονεύθη υπό της γυναικός του κλυταιμνήστρας, διά τον άνομον έρωτά της μετά του Αιγίσθου, ο δ’ υιός του Ορέστης καταφυγών εις Αθήνας, και επανελθών εις Άργος μεθ’ επτά χρόνους, εφόνευσε τον Αίγισθον μετά της ενόχου μητρός του, μείνας αυτοκέφαλος της βασιλείας. Ο Μενεσθεύς βασιλεύς των Αθηνών απέθανεν εν τη Μήλω. Ο υιός του Αχιλλέως Πύρρος κατώκησε της Ηπείρου. Γνωσταί είναι αι τύχαι του Οδυσσέως, όστις μετά πολλών χρόνων περιπλάνησιν, ανέλαβε μεν πάλιν το βασίλειον της Ιθάκης, αλλ’ ουχί χωρίς αιματοχυσίας των ευγενεστέρων υπηκόων του. Τοιούτος υπάρχει ο θρυλλούμενος Τρωϊκός πόλεμος και τα εξ αυτού κατά τους καλλίστους Συγγραφείς, εν οις ο Όμηρος κατέχει πάντοτε τα πρωτεία.

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Ιστορία της Ελλάδος


Ιστορία της Ελλάδος ΚΑ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805
Τρωϊκά – η εκστρατεία[1]

Δεν ήθελεν είναι ανάρμοστον να αναφέρω ενταύθα συντόμως τα Τρωϊκά, καίτι τοις πάσι γνωστά. Εν τη μικρά Ασία ην η περίφημος Τρωάς, ήτις κάτ’ αρχάς μεν ωνομάσθη Τευκρία από Τεύκρου πρώτου βασιλέως ταύτης, Δαρδανία από Δαρδάνου γαμβρού του Τεύκρου είτα δε Τρωάς από Τρώος υιού του Εριχθονίου, και παρά τοις Ποιηταίς Ίλιον από Ίλου υιού του Τρώος. Αύτη η πόλις δις εκυριεύθη, και δις ανεκτίσθη. Το δεύτερον εκυριεύθη από τον Ηρακλέα επί υιού του Ίλου Λαομέδοντος, ο οποίος ανωκοδόμησεν αυτήν εκ θεμελίων, στηριχθείσαν με τείχη ασφαλέστατα. Μετά τον Λαομέδοντα βασιλεύει ταύτης ι υιός του Πρίαμος, εφ’ ου και έγινεν ο Τρωϊκός πόλεμος. Ότι κατ’ εκείνον τον καιρόν συνειθίζετο η αρπαγή των γυναικών, και μάλιστα των περιφανεστέρων, αποδεικνύεται από τον φόβον του Τυνδάρεω, βασιλέως της Σπάρτης, και πατρός της περικαλλούς Ελένης, όστις φοβούμενος και δευτέραν αρπαγήν της θυγατρός του, υπεχρέωσεν ενόρκως διαφόρους άρχοντας, οπού εζήτουν αυτήν εις γυναίκα, προς ποινήν, ει τύχοι, του άρπαγος. Ο Πάρις, υιός του Πριάμου, ο οποίος ονομάζεται και Αλέξανδρος, ελθών εις Σπάρτην, και τυχών άκρας υποδοχής υπό του Μενελάου, ήρπασε κτυφίως την κατά κλήρον λαχούσα γυναίκα του Ελένη ομού μετά πολλών θησαυρών. Μία τοιαύτη ατιμία εις ένα τοιούτον Μονάρχην, η παράβασις της φιλοξενίας, ο φημιζόμενος πλούτος της Ασίας, ο όρκος, η ισχύς του Αγαμέμνονος, βασιλέως του Άργους, και αδελφού του Μενελάου, παρεκόνησαν όλους τους βασιλείς της Ελλάδος από Πελοποννήσου έως Θεσσαλίας μετά του Ιδομενέως βασιλέως της Κρήτης, και άλλων τινών, πλην των Ακαρνάνων, προς εκδίκησιν, οίτινες και εκλέξαντες άνακτα και αρχιστράτηγον τον Αγαμέμνονα, συνηθροίσθησαν εις την Αυλίδα, τον λιμένα της Ευβοίας, όθεν και ο στόλος έπλευσε, συνιστάμενος από 1200 πλοία κατά τον Θουκυδίδην, ων έκαστον εμπεριείχεν 120 ανθρώπους.


[1] Η περιγραφή των Τρωικών από τον Γκόλντσμιθ παρέχεται υπό την μορφή σύντομης υποσημειώσεως στο τέλος του κεφαλαίου, που αναφέρεται στο βασίλειο της Σπάρτης.

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Ιστορία της Ελλάδος


Ιστορία της Ελλάδος Κ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805.
Σπάρτη

ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ της Σπάρτης, ή Λακεδαίμονος συνεστήθη κατά τινας από τον Λελεγα[1]. Η Ελένη, η δεκάτη κατά την διαδοχήν από τούτου του μονάρχου, είναι πασιθρύλλητος διά τε την ωραιότητα και απιστίαν της, επειδή μόλις ζήσασα μετά του συζύγου της Μενελάου έτη τρία, ηρπάγη από τον Πάριν, τον υιόν του Πριάμου, βασιλέως της Τρωάδος. Και τούτο φαίνεται ήτον η πρώτη αφορμή, δι’ ην οι Έλληνες ηνώθησαν εις μίαν κοινότητα, και εκυρίευσαν της Τρωάδος μετά πολιορκίαν δέκα χρόνων[2], καθ’ ον χρόνον ο Ιεφθά ην κριτής του Ισραήλ.


[1] Η Λακεδαίμων είναι μεν παλαιοτάτη, ως παρ’ Ομήρω φαίνεται, αλλ’ ουχί τόσον επίσημος εις τα Ελληνικά χρονικά. Το αξιολογώτερον αρχαιότερον συμβεβηκός ίσως κρίνεται η άλωσις της Σπάρτης υπό του περιφήμου Ηρακλέους, όστις εφόνευσε τον τότε βασιλεύοντα Ιπποκόοντα. Η αληθής όμως λαμπρότης της Σπάρτης χρονολογείται από της βασιλείας του Τυνδάρεω, όστις ετέθη επί του θρόνου υπό του Ηρακλέους, και του οποίου η περίφημος Λήδα είναι η μήτηρ των περιφήμων διδύμων Κάστωρος και Πολυδεύκους, των και Διοσκούρων ονομαζομένων, και των περιφημοτέρων αδελφών, Κλυταιμνύστρας και Ελένης. Οι δύο άρρενες αποθεωθέντες διά τα ηρωϊκά των έργα, απέθανον νέοι, των δε αδελφών η μεν Κλυταιμνήστρα συνεζεύχθη μετά του Αγαμέμνονος, η δ’ Ελένη μετά του αδελφού του Μενελάου, και ούτως η οικία του Πέλοπος ηυξήθη ισχύϊτε και λαμπρότητι. Η διοίκησις της Λακεδαίμονος ήτον κατά πρώτον Μοναρχικήν από Λακεδαίμονος γαμβρού του Ευρώτα, άχρι του υιού του Ορέστου Τισαμενού, όστις υστερήθη υπό των Ηρακλειδών του βασιλείου της Σπάρτης, η οποία έσχε δύο βασιλείς ανθ’ ενός, ως κατωτέρω ρηθήσεται.
[2] 1270 π.Χ.

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

Ιστορία της Ελλάδος


Ιστορία της Ελλάδος ΙΘ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805


ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ των Θηβών έχει την αρχήν από του Κάδμου. Ο ήρως ούτος, υιός Αγήνορος, κατήγετο εκ της Φοινίκης, ή ώστινες θέλουσιν εξ Αιγύπτου, όθεν ορμώμενος ήλθεν εις την Βοιωτίαν, και νικήσας μάχη τους Αίονας, προτέρους κατοίκους της Βοιωτίας, έκτισε προς ασφάλειαν την Καδμείαν, όπου κατώκησε μετά των οπαδών του, πληθυνόντων δε των υπηκόων του, εκτίσθησαν μετά ταύτα αι Θήβαι, και η Καδμεία έγινεν ακρόπολις[1]. Αυτός εκδιδοται ως ευρετής των δεκαε΄ξ γραμμάτων του Αλφαβήτου. Επειδή όμως και τα σημεία, και η προφορά αυτών των γραμμάτων ομοιάζει πολύ με την των παλαιών Φοινικικών, ή Εβραϊκών γραμμάτων πιθαναλογούσι τινές, ότι δεν τα εφεύρεν, αλλά τα μετασχημάτισε μόνον εκ της πατρικής του διαλέκτου, ήτις και αυτή τα εδανείσθη από την Αίγυπτον, την μητέρα αυτής της μεγίστης ευρέσεως, ήτις συνήψε τωόντι τον άνθρωπον μετά της Θεότητος τω πλούτω των γνώσεων[2]. Ο Κάδμος έχυσε πρώτος εν Ελλάδι μέταλλα, συστήσας μεταλλουργεία κατά το Παγγαίον όρος εν Θράκη[3]. Αι παράδοξοι τύχαι των δυστυχών απογόνων του, Λαΐου, Ιοκάστης, Ετεοκλέους, και Πολυνείκους, κατέχουσι τον περιφανέστερον τόπον μεταξύ των ποιητικών πλασμάτων ταύτης της περιόδου[4].


[1] Παυσ. Βοιωτ. Κεφ. ς΄
[2] Mersham. Can. Chron. I. VIII.
[3] Plin. Hist. nat. libr. VII. C. 56.
[4] Η χρήσις του οίνου προξένησεν όχι ολιγωτέρας απανθρωπίας εις τας Θήβας, ή εις τα άγρια έθνη της Αμερικής. Η κατάχρησις του κακοήθους ποτού έφερε τον θάνατον του Πολυδώρου υιού του Κάδμου, και του Πειθέως υιού της θυγατρός τούτου του ήρωος, οίτινες κατεσπαράχθησαν από τας Βάκχας (Παυσ. Κορινθ.). Η αυτή ατυχία διήρκεσε και έως του παντελούς ολέθρου της γενεάς του Κάδμου. Λάϊος [1401 π.Χ.] ο υιϊδούς του Πολυδώρου, γεννήσας εξ Ιοκάστης τον Οιδίπουν, κατεδίκασε το νεογνόν βρέφος εις βοράν των αγρίων ζώων, φοβούμενος κατά τον χρησμόν, μήπως ο γεννηθείς φονεύση τον πατέρα του. Αλλ’ ο δυστυχέστατος των ανθρώπων Οιδίπους, ου μόνον διασωθείς υπό των δούλων, και ανατραφείς εν ξένη κρυφίως, εφόνευσεν άκων τον πατέρα του, κατά την Φωκίδα απαντήσας, αλλά και εις Θήβας ελθών [1354 π.Χ.], έλαβε την μητέρα του Ιοκάστην εις γυναίκα, όστις μαθών μετά χρόνον, εαυτόν απετύφλωσεν. Ο νεώτερος υιός του Οιδίποδος Πολυνείκης, στασιαζόμενος προς τον αδελφόν του Ετεοκλέα υπέρ της βασιλείας, κατέπεισε τον Άδραστον βασιλέα του Άργους μετ’ άλλων έξ ηγεμόνων, και ενός πολυαρίθμου στρατού εναντίον των Θηβαίων [1317 π.Χ.]. Αλλ’ οι μεν δύο αδελφοί μονομαχήσαντες, εφόνευσαν αλλήλους. Οι δε Θηβαίοι ενίκησαν κατά κράτος τους επτά ηγεμόνας μετά του στρατού, των οποίων οι παίδες, Επίγονοι ονομασθέντες, οργισθέντες ενίκησαν αύθις κατά κράτος τους Θηβαίους [1307 π.Χ.], διαρπάσαντες την πόλιν, και ελθόντες εις την πατρίδαν των με πολλά λάφυρα (Διοδ. Σικ. Κεφ. 64-66). Μετά την εισδρομήν των Επιγόνων πέντε βασιλείς βασιλεύουσι των Θηβαίων, ων ο τελευταίος ην ο Ξάνθος οπού εφονεύθη [1190 π.χ.] υπό του Μελάνθου, μεθ’ ο η διοίκησις έγινε Δημοκρατική (Παυσ. Θ΄. 5.).

Τετάρτη, 07 Οκτωβρίου 2009

Ιστορία της Ελλάδος


Ιστορία της Ελλάδος ΙΗ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805.
Κόδρος

Ο δέκατος έβδομος και ύστατος βασιλεύς των Αθηναίων ο Κόδρος[1], εθυσιάσθη εκών υπέρ της σωτηρίας της πατρίδος του, ότε ήλθον οι Ηρακλείδαι εις ακμήν να κυριεύσωσι τας Αθήνας μετά την Πελοπόννησον[2], όστις μεταμορφωθείς, κατά τον χρησμόν οπού εκήρυττε νικητάς, ώντινων ο βασιλεύς ήθελεν αποθάνη εν τη μάχη, υπό το σχήμα ενός χωριάτου, και παροργίσας ένα των στρατιωτών του εχθρού, εφονεύθη. Όπερ μαθών ο εχθρός παρά των Αθηναίων ζητούντων το λείψανόν του διά κήρυκος, ανεχώρησεν απράκτως, έντρομος γενόμενος επί τω συμβάντι. Μετά τον θάνατον του Κόδρου, διώρισαν έπειτα οι Αθηναίοι αρχηγούς της Δημοκρατίας τους Άρχοντας, ων πρώτος ονομάζεται μέδων, ο υιός του Κόδρου. Το αξίωμα του Άρχοντος διωρίσθη πρώτον διά βίου, έπειτα περιωρίσθη διά δεκαετίας, και τέλος αυξανόντων των πλουσίων και αριστοκρατικών, φοβούμενος ο Δήμος μη κινδυνεύση η ελευθερία του, περιέστειλε το αξίωμα εις ένα μόνον ενιαυτόν. Ο πρώτος των ενιαυσίων Αρχόντων ονομάζεται Κρέων.


[1] 1132 π.Χ.
[2] Meurs. de leg. atticis. libr.III.