Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΝΖ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805

Αριστομένης

Αι τύχαι τούτου του Ήρωος είναι άξιαι διηγήσεως. Αφ’ ου ούτος προσήχθη αιχμάλωτος εις την Σπάρτην, ερρίφθη αυτός και οι πεντήκοντα στρατιώται μετ’ αυτού εις ένα βαθύ υπόγειον χάσμα, διωρισμένον προς τιμωρίαν των κακούργων. Όλοι οι λοιποί πίπτοντες εφονεύθησαν πλην του Αριστομένους, όστις ευρίσκων εις τον βυθόν του χάσματος μίαν αλώπεκα, οπού έτρωγεν ένα νεκρόν, και προφυλαττόμενος από το στόμα του ζώου, εκρατείτο από την ουράν, έως ου το ζώον έφθασεν εις την φωλέαν του· αλλ’ επειδή ενταύθα η έξοδος ην πολλά στενή, ηναγκάσθη να αφήση το ζώον, ακολουθών όμως το ίχνος διά των οφθαλμών του, ίδεν αμυδρόν φως άνωθεν, και τέλος μετά πολύν αγώνα εξήλθε. Μετά την παράδοξον ταύτην φυγήν υπήγεν αμέσως προς το στράτευμά του[1], και γενόμενος πάλιν στρατηγός, έκαμε μίαν ευτυχή έξοδον διά νυκτός κατά των Κορινθίων. Ως τόσον μετ’ ολίγον ελήφθη από τινας Κρήτας· αλλά μεθύσας και φονεύσας τους φύλακάς του με τα ίδιά των ξίφη, επεστρεψε πάλιν εις το στράτευμα. Πλην μόνη η ανδρεία του δεν ήτον ικανή να εμποδίση τον αφανισμόν της πατρίδος του· και μ’ όλον οπού με μόνην την αυτού ανδρείαν είχεν απολαύση τρις τα Εκατομφόνια, θυσίαν τινά τελουμένη προς τιμήν, όσοι εφόνευον αυτοχειρί εκατόν από τους πολεμίους, ως τόσον, επειδή αι δυνάμεις του ήσαν ολίγαι, και απέκαμον εκ του παντοτεινού πολέμου, η μεν πόλις Είρα, την οποίαν αυτός διευθέντευεν, εάλω[2], οι δε Μεσσήνιοι κατέφυγον εις τον Αναξίλαν βασιλεά της Σικελίας, τον δε Τυρταίον επολιτογράφησαν οι Λακεδαιμόνιοι, το οποίον ην η μεγαλητέρα τιμή οπού ημπόρουν να κάμωσιν[3]. Η Σπάρτη ενωθείσα μετά της Μεσσηνίας, έγινε μία από τας δυνατωτάτας επαρχίας της Ελλάδος[4], παραχωρούσα τα πρωτεία μόνον εις τας Αθήνας, την οποίαν εθεώρουν πάντοτε οι Σπαρτιάται με φθονερόν όμμα।

[1] Τυρταίος. Σελ. 2. και 3. έκδ. Γλασγ.
[2] κτ. κ. 3340.
[3] Πλ. Νομ. α. Τομ. Η.
[4] Pauw recherches sur les Grecs. Τομ. Β΄. σελ. 265.

Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΝΣΤ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805

2ος Μεσσηνιακός πόλεμος

Μετά μίαν αυστηράν υποταγήν τριάκοντα εννέα χρόνων[1], οι Μεσσήνιοι έκαμον τέλος πάντων μίαν ανδρικήν απόπειραν διά να ελευθερωθώσιν υπό την οδηγίαν του γενναιοτάτου, και εμπειροτάτου στρατηγού Αριστομένους. Η τύχη της πρώτης μάχης ην αμφιρρεπής, και οι Λακεδαιμόνιοι παρεκινήθησαν από το Μαντείον να ζητήσωσι στρατηγόν από τους Αθηναίους, οι οποίοι έστειλαν τον Τυρταίον, ποιητήν τινα και διδάσκαλον γραμμάτων[2], του οποίου το κύριον έργον ην να δημηγορή, και να επαγγέλη στίχους. Ούτος ο νέος στρατηγός πολλά ολίγον μεν ήρεσκε τοις Σπαρτιάταις, αλλ’ η προς το Μαντείον ευλάβεια εκράτει αυτούς ευπειθείς εις τας προσταγάς του· ως τόσον η τύχη των δεν εφαίνετο βελτιουμένη με την ευπείθειάν των, επειδή ενικήθησαν από τον Αριστομένη, όστις απωλέσας την ασπίδα του, εν ω κατεδίωκε τον εχθρόν, έγινε αιτία να μη νικηθώσιν οι Σπαρτιάται κατά κράτος. Μετ’ ολίγον υκολούθησε Δευτέρα, και Τρίτη φθορά των Λακεδαιμονίων, οίτινες απελπισθέντες, απεφάσισαν να κάμωσιν ειρήνην με κάθε λογής συνθήκην· πλην ο Τυρταίος τους διήγειρε τόσον με τας στρατιωτικάς του δημηγορίας, και με τα ηρωϊκά του ελεγεία[3], ώστε απεφάσισαν να πολεμήσωσι και εκ δευτέρου, και νικήσαντες, έλαβον εν ολίγω εις ένα ακροβολισμόν αιχμάλωτον τον Αριστομένη, και πεντήκοντα των οπαδών του.

[1] Παυσ. Φωκ. Κεφ. ΙΕ΄. κτ.
[2] Τρία ποιήματα του Τυρταίου σώζονται παρά Στοβαίω καίτινες στίχοι παρά Στράβωνι, και Παυσανία.
[3] Τυρταίος. Σελ. 2, και 3. εκδ. Γλασγ.

Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος


Ιστορία της Ελλάδος ΝΕ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805.

Παρθενίαι

Δεν πρέπει να παραδράμωμεν μίαν αξιομνημόνευτον περίστασιν των Λακεδαιμονίων εν τούτω τω πολέμω, καθ’ ον, ούσης της πόλεως κενής από όλους τους άνδρας, οίτινες ήσαν υποχρεωμένοι δι’ όρκων να μη επιστρέψωσι, πριν να τελειώσωσιν οι σκοποί των[1], αι γυναίκες εμήνυσαν εν τοσούτω αυτοίς, ότι διά την πολυχρόνιον απουσίαν ήθελεν εκλίπη το γένος των. Όθεν διά να αποφύγωσι τούτο το άτοπον, έστειλαν πεντήκοντα από τους πλέον ανδρειοτέρους νέους του στρατεύματος εις την Σπάρτην, συγχωρήσαντες να συνευρίσκωνται αδιαφόρως με όλας τας νέας γυναίκας, οπού τοις ήρεσκον. Τα δε παιδία τούτων των παρθένων ωνομάζοντο Παρθενίαι[2], τα οποία μετά την Σπαρτιατών επιστροφήν τόσον κατεφρονούντο, και υβρίζοντο, ώστε μετά τινα καιρόν ενωθέντα μετά των Ειλώτων απεστάτησαν, αλλ’ ευθύς ενικήθησαν[3], και διωχθέντα από την Σπάρτην, ήλθον υπό την οδηγίαν του αρχηγού των Φαλάντου εις Ιταλίαν[4], και κατώκησαν εις Τάρεντον[5]

[1] Ομόσαντες μη πρότερον επανήξειν οίκαδε, πριν ή Μασσήνην ανελείν, ή πάντας αποθνήσκειν. Στράβ. Βιβλ. Η΄.
[2] Αριστ. Πολ. Βιβλ. Ε΄. Κεφ. 7.
[3] Η Σπάρτη μετεχειρίσθη τους Παρθενίας με μεγάλην ημερότητα διά τον φόβον μάλλον, ή φιλανθρωπίαν. Στράβ. Βιβλ. ς΄.
[4] 707 πΧ
[5] Παυσ. Φωκ.

Τετάρτη, 8 Σεπτεμβρίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος

Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805

Α΄ Μεσσηνιακός πόλεμος

Διαταχθείσα λοιπόν η πόλις της Λακεδαίμονος ούτως, εσκοπιωρείτο μόνον αρμόδιον καιρόν, διά να φανερώση εις τας γειτνιαζούσας εχθρικάς επαρχίας την υπεροχήν της δυνάμεώς της. Ο μετ’ ολίγον πόλεμος μετά των Μεσσηνίων εδίδαξεν αυτούς το όφελος της στρατιωτικής αυτών συστάσεως· αλλ’ επειδή εγώ σπεύδω προς άλλα αναγκαιότερα συμβεβηκότα, θέλω ομιλήσει συντόμως περί τούτου, όσον δυνηθώ. Εν ιερόν της Αρτέμιδος, κοινόν τοις τε Μεσσηνίοις και Λακεδαιμονίοις, ευρίσκετο εις τα όρια και των δύο επαρχιών[1]. Εν τούτω τω ιερώ κατηγορήθησαν οι Μεσσήνιοι, ότι εβιάσαντο μερικάς Σπαρτιάτιδας παρθένας, και εφόνευσαν τον βασιλέα της Σπάρτης Τήλεκλον, οπού έδρμε προς υπεράσπισίν των. Οι δε Μεσσήνιοι ηρνούντο τούτο, λέγοντες, ότι αυταί αι λεγόμεναι παρθένοι ήσαν νεόι άρδρες, ενδεδυμένοι ούτω με κεκρυμμένα εγχειρίδια, τους οποίους είχε βάλη ο Τήλεκλος με κακόν σκοπόν κατά των Μεσσηνίων. Μετ’ αυτήν την διχόνοιαν ηκολούθησεν εν ολίγω και ετέρα εκ μέρους των Μεσσηνίων. Μεσσήνιός τις, ονόματι Πολυχάτης, όστις είχε νικήση εις τους Ολυμπιακούς αγώνας, έδωκεν εις ένα Λακεδαιμόνιον, ονόματι Εύαιφνον, μερικάς βους προς βοσκήν, με συμφωνίαν να πληρώσγ διά τον κόπον του ένα μέρος του καρπού αυτών· αλλ’ ο Εύαιφνος πωλήσας τας βους, διϊσχυρίζετο ότι τας έκλεψαν. Ο Πολυχάρης έστειλε τον υιόν του διά να ζητήση τα χρήματα· αλλ’ ο Εύαιφνος φονεύσας αυτόν, κατέπεισε τους συμπολίτας του, να μη δώσωσι καμμίαν ικανοποίησιν. Ο Πολυχάρης, λοιπόν, απεφάσισε να εκδικηθή, φινεύων όλους τους Λακεδαιμονίους, οπού εύρισκε καθ’ οδόν[2]. Εκ τούτου διηγέρθησαν παράπονα, και λογοτριβαί μεταξύ των δύο επαρχιών, έως ου τέλος κατήντησε το πράγμα εις γενικόν πόλεμον[3], του οποίου η έκβασις έμεινε διά πολλών χρόνων αβέβαιος, και αμφιρρεπής[4]. Εις ταύτην την κατάστασιν, έστειλαν οι μεσσήνιοι, ίνα ερωτήσωσι το Μαντείον εν Δελφοίς συμβουλήν, το οποίον εζήτει την θυσίαν μιας παρθένου από το γένος του Αιπύτου[5]. Αφ’ ου έρριψαν κλήρον μεταξύ των απογόνων τούτου του βασιλέως, ο κλήρος έπεσεν εις την θυγατέρα του Λυκίσκου· επειδή δε αύτη ενομίζετο ως νόθος, ο Αριστόδημος επρόσφερε την εδικήν του, την οποίαν όλοι ως γνησίαν αυτού κόρην ωμολόγουν. Ως τόσον, ο εραστής αυτής, βουλόμενος ίνα εμποδίση τον θάνατόν της, εκήρυξεν, ότι αυτή ην εγκαστρωμένη απ’ αυτόν· αλλ’ ο πατήρ της ωργίσθη τόσον, ώστε έσχισεν ιδιοχείρως την κοιλιάν της, διά να αποδείξη την αθωότητά της. Αύτη η θυσία προυξένησε τόσον ενθουσιασμόν, οπού έδωκεν επ’ ολίγον εις τους Μεσσηνίους την υπεροχήν εις τον πόλεμον· αλλά τέλος ενικήθησαν, πολιορκηθέντες εν τη Ιθώμη, όπου ο Αριστόδημος, βλέπων ουδεμίαν ελπίδα σωτηρίας, εφονεύθη αυτοχειρί επί τον τάφον της θυγατρός του[6].

Με αυτόν έπεσε και το βασίλειον της Μεσσήνης, όχι όμως χωρίς σκληράν ανθίστασιν των Μεσσηνίων και πολλήν φθοράν του Λακεδαιμονίου στρατού εις όλον αυτό το εικοσαετές διάστημα[7].

[1] Παυσ. Κεφ. Δ΄.
[2] Παυσ. Κεφ. Δ΄.
[3] 742 πΧ
[4] Τότε εβασίλευον εν Σπάρτη ο Αλκαμένης και ο Θεόπομπος.
[5] Παυσ. Κεφ. Δ΄.
[6] 3280 κτ. κ.
[7] Ενταύθα παύει ο πρώτος Μεσσηνιακός ονομαζόμενος πόλεμος.