Τετάρτη 21 Ιουλίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΝΓ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805
_
Όταν ο Λυκούργος ετελείωσε τας στρατιωτικάς του διαταγάς, και αφ’ ου η συσταθήσα παρ’ αυτού πολιτεία εφάνη ικανώς δυνατή να συντηρήται αυτή δι’ εαυτής, η τελευταία του φροντίς ην να δώση αυτή όλην την ενδεχομένην διάρκειαν. Όθεν είπεν εις τον λαόν, ότι με το να έλειπεν έτι ένα πράγμα διά να τελειώση ο σκοπός του, έπρεπε να υπάγη εις τους Δελφούς, να ερωτήση το μαντείον του Απόλλωνος περί των νόμων του. Τότε κατέπεισεν αυτούς να κάμωσιν όρκον υποσχόμενοι, ότι θέλουσι φυλάξει τους νόμους του απαρασάλευτα έως της επιστροφής του, και έπειτα ανεχώρησεν, αποφασίσας να μη ιδή πλέον την Σπάρτην. Όταν έφθασεν εις τους Δελφούς, ηρώτησε τον χρησμόν, αν οι νόμοι του ήσαν ικανοί, διά να κάμωσι τους Λακεδαιμονίους ευτυχείς, και λαβών απόκρισιν, ότι δεν εχρειάζοντο άλλο τι προς εντέλειαν, την μεν απόκρισιν έστειλεν εις Σπάρτην, αυτός δε απεχόμενος τροφής διά τινων ημερών, απέθανε θεληματικώς, ή ως άλλοι λέγουσιν, απέθανε φυσικώς εν τη Κρήτη, προστάξας να καή το σώμα του, η δε στάκτη να ριφθή εις την θάλασσαν[1]. Ο θάνατος τούτου του μεγάλου Νομοθέτου έδωκεν ένα κύρος, και μίαν αγιότητα εις τους νόμους του, το οποίον ην αδύνατον να γένη, αν αυτός έζη. Οι Σπαρτιάται εθεώρουν τον θάνατόν του ως την ενδοξοτάτην από όλας τας πράξεις του, και ως το ευγενικώτερον τέλος όλων των προτέρων του εκδουλεύσεων, και κτίσαντες ναόν, τον απεθέωσαν μετά τον θάνατόν του. Αυτοί ενόμιζον εαυτιούς ως δεδεμένους, και υποχρεωμένους από κάθε δεσμόν ευγνωμοσύνης τε και θρησκείας, να φυλάττωσι σώους τους νόμους του· και η πολυχρόνιος διαμονή της διοικήσεως των Σπαρτιατών, είναι σημείον, ότι επέμειναν εις την απόφασίν των[2].

[1] Πλ. Εν Λυκ. Ιους. Γ΄. 3. Σουίδ. Εν λέξει Λυκούργος.
[2] Οι νόμοι του Λυκούργου παρετηρήθησαν αβλαβώς πεντακόσια έτη, έως του Αίγιδος, υιού του Αρχιδάμου. Πλουτ. Εν Λυκ.

Τετάρτη 14 Ιουλίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΝΒ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805

Τοιούτον ην εν γένει το πνεύμα των του Λυκούργου νόμων[1], οίτινες διά το τέλος των επεσπάσαντο την υπόληψιν, και τον θαυμασμόν όλων των πέριξ εθνών. Οι λοιποί Έλληνες απατώμενοι από λαμπράς μάλλον, ή ωφελίμους αρετάς, αθαύμαζον τους νόμους του Λυκούργου, οι οποίοι επενοήθησαν διά να κάμνωσι τους ανθρώπους πολεμικούς μάλλον, ή ευδαίμονας, και να προξενώσιν αναισθησίαν αντί ηδονής. Εις ένα πολιτικόν άνθρωπον δεν φαίνεται η πόλις της Λκεδαίμονος άλλοτι, ειμή μία στρατιωτική φρουρά φυλαττομένη, και τρεφομένη από τους κόπους παμπόλλων δούλων. Οι Σπαρτιατικοί νόμοι δεν ήσαν αυστηρότεροι από πολλούς στρατιωτικούς νόμους μεωτέρων βασιλέων· επειδή ο αυτός κόπος, η αυτή παιδεία, πτωχεία, και υποταγή, οπού συνειθίζοντο διά πολλών αιώνων εις την Σπάρτην, ευρίσκονται και τώρα εις πολλάς φρουρουμένας πόλεις της Ευρώπης.

Και η μόνη διαφορά μεταξύ ενός Λάκωνος στρατιώτου, και ενός φρουρού εν Γραβελίνω, μοι φαίνεται είν’ αυτή· ότι ο μεν Λάκων είχε την άδειαν να υπανδρεύηται εις τους τριάκοντα χρόνους, εν ω εις τον δεύτερον είν’ απηγορευμένον τούτο διά βίου· και ο μεν ζη εις το μέσον μιας πεπολιτισμένης επαρχίας, την οποίαν ελπίζει να διαυθεντεύση, ο δε έζη εις το μέσον ενός αριθμού πεπολιτισμένων επαρχιών, τας οποίας δεν είχε κλίσιν να βλάψη. Ο δε πόλεμος είναι επίσης το έργον και των δύο, και η εκστρατεία είναι συχνάκις μία μεγάλη αναψυχή από το αυστηρότερον κασθήκον μιας κεκλεισμένης φρουράς[2]

[1] Οι νόμοι του Λυκούργου δεν ήσαν γεγραμμένοι επειδή το γράφειν ην έτι άγνωστον.
[2] And a campaign is frequently a relaxation from the more rigorous confinement of garrison duty.

Τετάρτη 7 Ιουλίου 2010

Ιστορία της Ελλάδος


Ιστορία της Ελλάδος ΝΑ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805

Κρυπτία


Ούτω λοιπόν εμπιστευόμενος ο Λυκούργος μόνον εις την ανδρείαν των λακεδαιμονίων την ασφάλειαν, εμπόδιζε να περιτειχίσωσι την πόλιν, λέγων, ότι το τείχος από ανθρώπους ήτον κάλλιον από ένα τείχος λίθων, και ότι μία περικεχαρακωμένη ανδρεία δεν διαφέρει από την δειλίαν. Επ’ αληθείας, μία πόλις, εν η ήσαν τριάκοντα χιλιάδες μάχιμοι άνδρες, δεν εχρειάζετο τειχών προς υπεράσπισιν· και μόλις ευρίσκομεν εις την ιστορίαν καν ένα παράδειγμα, ότι υπέμειναν ποτέ να διωχθώσιν έως εις το τελευταίον των καταφύφιον. Ο πόλεμος, και αι εξ αυτού τιμαί ήσαν το μόνον εφετόν πράγμα αυτοίς, εν ω οι Είλωτες εφρόντιζον υπέρ των αγρών, και έκαμνον όλας τας δουλικάς υπηρεσίας. Ούτοι οι δυστυχείς άνθρωποι ήσαν τρόπον τινά δεδεμένοι εις την Λακωνικήν· επειδή ο νόμος δεν επέτρεπε να τους πωλώσιν εις ξένους, ή να τους απελευθερώσιν. Ανίσως δε πότε η πολυπλασίασίς των ην μεγάλη, ή ύποπτος εις τους απηνείς δεσπότας των, ην ένα μυστικόν έργον, ονομαζόμενον Κρυπτία, καθ’ ο συνεχωρούντο οι πολίται να τους εξολοθρεύωσιν. Ο Πλούταρχος αθοώνει[1] μεν τον Λυκούργον από ταύτης της βαρβαρικής αυστηρότητος, πλην είναι πασίδηλον, ότι οι νόμοι του δεν ήσαν ικανοί να εμποδίσωσι τον λαόν από μίαν τοιαύτην ουτιδανή, και απάνθρωπον πράξιν. Η δε Κρυπτία ην τοιαύτη· πολλοί νέοι έχοντες ξιφίδια, και τροφήν αναγκαίαν, εξήρχοντο σωρηδόν της πόλεως, και κρυπτόμενοι μεθ’ ημέραν εις τους κλάδους, έτρεχον την νύκτα, και απέσφαζον όσους Είλωτας απήντων.

Ο Θουκυδίδης λέγει, ότι δυσχίλιοι από τούτους τους δούλους έγιναν παραχρήμα αφανείς, χωρίς να ακουσθή τι μετέπειτα περί αυτών[2]. Τούτο υπάρχει τη αληθεία πολύ παράδοξον, πώς ένα τοιούτον έθνος, ως οι Σπαρτιάται, οι περίφημοι άλλως διά την προς τους εχθρούς ημερότητα, διά την προς τους γέροντας ευλάβειαν, διά την προς τους άρχοντας υπακοήν, και διά την προς αλλήλους φιλίαν, αυτοί, λέγω, να φέρωνται τόσον αλόγως και θηριωδώς προς τους υποδεεστέρους των, τους οποίους έπρεπε να θεωρώσιν εν παντί πράγμασι ως ισοτίμους, ως συμπατριώτας, και οι οποίοι μόνον παρά νόμον έγιναν δούλοι. Ως τόσον κανένα δεν είναι τόσον βέβαιον, όσον η απάνθρωπος μεταχείρισις αυτών· επειδή ούτοι όχι μόνον ήσαν καταδεδικασμένοι εις τας βαρυτάτας υπηρεσίας, αλλά και πολλάκις εφονεύοντο χωρίς λόγου· και πολλάκις μεθύοντες αυτούς, τους εδείκνυον εμπαικτικώς εις τους παίδας, διά να τους φοβίσωσιν από τοιαύτην άλογον ασωτείαν.



[1] Αντί του σωστού αθωώνει, προφανές τυπογραφικό λάθος
[2] Ο Αναγνώστης θέλει ιδή παρά τω Θουκυδ. Βιβλ. Δ΄. παρ. π΄. ότι τούτο δεν έγινεν, ως λέγει ο Γολδσμιθ, εν τη Κρυπτία.