Τετάρτη 11 Μαΐου 2011

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος Πς΄
Ολιβιέρου Γολσμιθίου, Βιέννη 1805

Οι δούλοι

Από τους Οικέτας, άλλοι μεν ήσαν Ελεύθεροι, άλλοι δε Δούλοι ήτοι αιχμάλωτοι, ή αργυρώνητοι. Τούτων, οι μεν πρώτοι ήσαν ελεύθεροι, οι οποίοι δι ένδειαν εγίνοντο μισθωτοί· και εν όσω ήσαν εις αυτήν την κατάστασιν, δεν έφερον ψήφον επ’ εκκλησίας· οι δε δούλοι ήσαν όλως κτήματα, και επομένως υπό την διάκρισιν των κυρίων τους[1]. Ούτοι δεν είχον άδειαν να φορώσι φορέματα, ή να κείρωνται τας τρίχας, ως οι δεσπόται των, ούτε να αλείφωσιν, ή να καπνίζωσι το σώμα με αρωματικά, ούτε να προσκυνώσι διωρισμένας τινάς θεότητας, αλλ’ ούτε και να ονομάζωνται με τίμια ονόματα, θεωρούμενοι και εις πολλάς περιστάσεις ως κατώτερα ζώα των ανθρώπων· το δε παραδοξότερον, ο Σόλων τους απέκλεισεν από την ηδονήν, ή το προνόμιον της Παιδεραστείας, ωσάν τούτο να ήτον τίμιον πράγμα. Οι αυθένται των τους εστιγμάτιζον προς σημείον, ήτοι τους εσφράγιζον με γράμματα εις το μέτωπον, και αλλαχού. Ως τόσον ην εν άσυλον υπέρ των δούλων εκεί, όπου ετάφησαν τα οστά του Θησεώς· και τούτο το άσυλον διήρκεσε περί τας δύο χιλιάδας χρόνων. Όταν οι δεσπόται μετεχειρίζοντο τους δούλους με πολλήν αυστηρότητα, και απανθρωπίαν, ημπόρουν οι δούλοι να τους προσκλαύσωσιν εις την κρίσιν, και αν το πράγμα εμαρτυρείτο, υπεχρεούντο οι αυθένται των να τους πωλήσωσιν εις άλλον· μάλιστα και οι αυτοί οι ίδιοι ημπόρουν να εξαγορασθώσιν, όταν συνήθροιζον τα προς τούτο αναγκαία χρήματα, επειδή απ’ εκείνα, οπού εκέρδιζον κατ’ ολίγον δουλεύοντες, επλήρωνον μόνον εις τους δεσπότας μίαν διωρισμένην ποσότητα, τα δε λοιπά είχον αυτοί, και έκαμνον ένα κεφάλαιον προς ιδίαν των χρήσην. Έτι, τινές δεσπόται, ότε ήσαν ευχαριστημένοι διά την δούλευσιν, αχάριζον αυτοίς συνεχώς την ελευθερίαν· και ότε πάλιν ηναγκάζετο η επαρχία να συνάξη πολύ μεγάλον στράτευμα, τότε απεγράφοντο και αυτοί εν τοις στρατιώταις, και εκτοτε ενομίζοντο πάντοτε ελεύθεροι.

[1] Val. Max.1. 11. C. VI

Τετάρτη 4 Μαΐου 2011

Ιστορία της Ελλάδος



Ιστορία της Ελλάδος ΠΕ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805

πολιτογράφηση

Ουδείς εδύνατο να είναι Πολίτης, ειμή εκ γενέσεως (γνήσιοι), η πολιτογραφίας (δημοποίητοι). Διά να είναι τις γνήσιος πολίτης, εχρειάζετο να γεννηθή από πατέρα, και μητέρα Αθηναίους, και ελευθέρους. Ο λαός όμως εδύνατο να δώση τοις ξένοις το δικαίωμα του πολίτου· και όσοι επολιτογραφούντο ούτως, είχον σχεδόν τα αυτά προνόμια, και δίκαια με τους γνησίους πολίτας. Το προνόμιον τούτο εδίδετο ενίοτε εις ένδειξιν τιμής, και ευγνωμοσύνης και εις εκείνους, οπού ηγαθοποίουν την επαρχίαν, ως εις τον Ιατρόν Ιπποκράτην[1]· και οι ίδιοι βασιλείς ηγωνίζοντο εσθ’ ότε να λάβωσι τούτον τον τίτλον δι’ αυτούς, και τα παιδία των. Όταν οι νέοι εγίνοντο είκοσι χρόνων, ομνύοντες πρότερον, ενεγράφοντο εν τω καταλόγω των Πολιτών, και ούτως εθεωρούντο ως μέλη της πολιτείας.

Όσοι Μέτοικοι ήρχοντο να κατοικήσωσιν εν Αθήναις διά το εμπόριον, ή άλλοτι εργόχειρον, δεν είχον μέρος εις την διοίκησιν, μήτε εψηφοφόρουν επ’ εκκλησίας, αλλ’ υπερασπίζοντο από μερικούς πολίτας, Προστάτας ονομαζόμενους· δι’ ό και έπρεπε να κάμωσιν εις τούτους μερικάς εκδουλεύσεις, εις δε την επαρχίαν επλήρωνον κατ’ έτος ένα φόρον (μετοίκιον) δώδεκα δραχμών[2], και ότε δεν ήσαν εις στάσιν πληρωμής, εγίνοντο δούλοι, και επωλούντο δημοσία[3]

[1] Διά την βοήθειαν οπού προυξένησεν, ότε συνέβη ο περίφημος λοιμός εν Αθήναις.
[2] Η Δραχμή τιμάται ως 20 παράδες.
[3] Πετίτ. 177.

Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος

Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805

Πολίτες και Μέτοικοι

Επειδή η Ελλάς ήλλαττε διά παντός ου μόνον την διοίκησιν, άλλ’ έτι και τα έθιμα, και καθ’ αιώνα παρίστατο εις μίαν πολλά διαφορετικήν εικόνα, αναγκαίον έσται να κάμωμεν προ του Περσικού πολέμου μίαν δευτέραν επιθεώρησιν της συμμαχίας ταύτης των μικρών Δημοκρατιών, όπως συγκρίνοντες την δύναμιν τούτων με την δύναμιν του εχθρού, ίδοιμεν πόσον υπερβαίνει η σοφία, η παιδεία, και η ανδρεία, τον αριθμόν, τον πλούτον, και την αλαζονείαν.

Ημείς θέλομεν αριθμήσει εν ταύτη τη Συμμαχία πρώτην τας Αθήνας, την μητρόπολιν της Αττικής, της οποίας όλη η επικράτεια μόλις υπερέβαινε κατά την περιοχήν τα μεγαλήτερα Κομητάτα της Αγγλίας. Ως τόσον εκείνο οπού τη έλλειπε κατά την έκτασιν, ανεπληρούτο από τους πολίτας, οι οποίοι ήσαν παιδιόθεν εμπειροπόλεμοι, και εν άκρα πεποιθήσει της υπεροχής των. Οι Ρήτορες, οι Φιλόσοφοι, και οι Ποιηταί, είχον δώση ήδη μαθήματα καλλιεργείας εις το ανθρώπινον γένος· και οι Στρατηγοί των μ’ όλον οπού ήσαν γεγυμνασμένοι μόνον εις μικρούς αγώνας μετά των γειτόνων, ως τόσον άρχησαν να εφευρίσκωσι νέα στρατηγήματα εις τον πόλεμον. Τρία είδη κατοίκων ήσαν εν Αθήναις, Πολίται, Μέτοικοι, και Δούλοι , ων οι μεν Πολίται ήσαν ως 21,000, οι δε Μέτοικοι ως 10,000, οι δε Δούλοι 40 έως 60,000

[1] Όσοι μεν κατώκουν εν Αθήναις διά παντός ωνομάζοντο Μέτοικοι, όσοι δε επ’ ολίγον καιρού, Ξένοι
[2] Αθην Δειπν Βιβλ. ς΄, 20

Τετάρτη 13 Απριλίου 2011

Ιστορία της Ελλάδος



Ιστορία της Ελλάδος ΠΓ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννης 1805

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄

Σύντομος επιθεώρησις της καταστάσεως της Ελλάδος προ του Περσικού πολέμου.

Έως ώδε ίδομεν τας επαρχίας της Ελλάδος εις παντοτεινόν κλονισμόν, και ταραχήν, αλλάς μεν στερεουμένας, άλλας δε πάλιν αφανιζομένας· ένα μικρόν έθνος πολεμούν μετά του ετέρου, και αμφότερα καταπινόμενα από το τρίτο. Ίδομεν πάσαν πόλιν αποβάλλουσαν την προκαταρτικήν διοίκησιν, και κερδίζουσαν βαθμηδόν περισσοτέραν ελευθερίαν. Προς τούτοις ίδομεν την τε εισαγωγήν των γεγραμμένων νόμων, και το όφελος οπού προυξένουν, δίδοντες στερεότητα εις την πολιτείαν.

Εις το διάστημα τούτων των αγώνων, εν ω τα διάφορα έθνη της Ελλάδος ηγωνίζοντο ούτω, να γένωσιν έκαστον δυνατώτερον των ομόρων, και να στερεώσωσι την ελευθερίαν εν ταις πατρίσιν αυτών, αι Ηθικαί επιστήμαι, η Ρητορική, η Ποιητική, και η Τακτική, έκαμνον ταχείαν πρόοδον αναμεταξύ των, και αι αρχαί, οπού είχον δανεισθή κατ’ αρχάς από τους Αιγυπτίους, ηύξανον οσημέραι, και ετελειοποιούντο θαυμασίως. Επειδή η Ελλάς συνίστατο από διαφόρους μικράς γειτνιαζούσας Δημοκρατίας, διαφερούσας κατά τους νόμους, και τα έθιμα, τούτο ην αδιάκοπος πηγή φιλοτιμίας· και πάσα πόλις εφιλοτιμείτο να περάση την άλλην ου μόνον εις την Πολεμικήν, αλλά και εις όλας τας τέχνας της ειρήνης. Διά τούτο αυταί μεν ίσταντο διηνεκώς με τα άρματα εις τας χείρας, εξασκούμεναι εις τον πόλεμον· οι δε φιλόσοφοι, και Ποιηταί, περιερχόμενοι από πόλιν εις πόλιν, περεκίνουν αυτάς διά των διδασκαλιών, και ηρωϊκών ύμνων προς πόθον της αρετής, και προς ζήλον της στρατιωτικής δόξης. Αύται αι ειρηνικαί, και πολεμικαί αυτών εντέλειαι ύψωσαν τους Έλληνας εις τον υψηλότατον κολοφώνα του μεγέθους, και μόνον εχθρός άξιος των αρμάτων τους έλειπε, διά να δείξωσιν εις τον κόσμον την υπεροχήν των. Η περσική Μοναρχία, η μεγίστη κατ’ εκείνον τον καιρόν, αφάνη ευθύς αντίζηλος αυτών· και ο αγών έπαυσε με την παντελή αυτής καταστροφήν.

Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΠΒ΄_ Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805 _ Το τέλος της Τυραννίας _ Αλλ’ αύται αι συμμαχίαι, αφ’ ων ήλπιζε την μεγίστην βοήθειαν, προυξένησαν την καταστροφήν του. Οι Αλκμαιωνίδαι, μία φαμήλια εξ Αθηνών, ήτις εξωρίσθη κατά την αρχήν της επαναστάσεως, επάσχιζον να εκκόψωσι πάσαν φιλίαν αυτού μετά των Σπαρτιατών, έως ου τέλος κατώρθωσαν τον σκοπόν των· όντες γαρ πλούσιοι, άμα δε και πολλά πλουσιόδωροι, προς ταις άλλαις δημοσίαις εκδουλεύσεσιν έλαβον την ελευθερίαν να ανακτίσωσιν εκ θεμελίων τον εν Δελφοίς βωμόν [1], κτίσαντες μεγαλοπρεπέσταταμε Πάριον μάρμαρον. Η τοιαύτη ελευθεριότης, και μεγαλοδωρία επεσπάσατο την ευγνωμοσύνην της Ιερείας του Απόλλωνος, η οποία θέλουσα να τους ανταμείψη, έκαμνε διά των χρησμών να αντηχώσι πανταχού αι επιθυμίαι των. Επειδή δε οι Αλκμαιωνίδαι δεν επεθύμουν άλλότι τόσον, όσον την κατάλυσιν της εν Αθήναις Τυραννίδος, η Πυθία εβοήθησε τους σκοπούς των· και οσάκις ήρχοντο οι Σπαρτιάται να ερωτήσωσι το μαντείον περί τινος υποθέσεως, δεν υπέσχετο την παρά θέων βοήθειαν, ειμή όταν αποκαταστήσωσιν εις τους Αθηναίους την ελευθερίαν. Αύτη η προσταγή του μαντείου επανελήφθη τοσάκις, ώστε τελευταίον απεφάσισαν οι Σπαρτιάται να υπακούσωσιν. Ως τόσον ο μεν πρώτος πόλεμος δεν απέβη ευτυχής, επειδή ο σταλείς στρατός κατά του Τυράννου εδιώχθη οπίσω μετά φθοράς· ο δε δεύτερος ευτύχησε[2], και αι Αθήναι επολιωρκήθησαν, οι δε υιοί του Ιππίου έγιναν αιχμάλωτοι, εν ω εξεπέμποντο της πόλεως αλλαχού προς ασφάλειαν. Διά να εξαγοράση ο πατήρ τους υιούς από την αιχμαλωσίαν, ηναγκάσθη να συγκατανεύση να αφήση την Μοναρχίαν, και να αναχωρήσης από την Ατιτκήν εις διάστημα πέντε ημερών.Κατ’ αυτόν τον τρόπον ηλευθερώθησαν τέλος αι Αθήναι, και ανέλαβον την ελευθερίαν κατά τον αυτόν χρόνον[3], καθ’ ον εδιώχθησαν οι βασιλείς από την Ρώμην। Οι Αλκμαιωνίδαι ήσαν μεν κυρίως το όργανον ταύτης της μεταβολής, αλλ’ ο λαός εφαίνετο μάλλον ευγνώμων προς τους δύο φίλους, οπού υπήρξαν πρωταίτιοι αυτής. τα ονόματα του Αρμοδίου, και του Αριστογείτονος ήσαν εις μέγιστον σέβας καθ’ όλους τους ακολούθους αιώνας, και εθεωρούντο σχεδόν ισόθεοι. Τα αγάλματά των ηγέρθησαν κατά την αγοράν, η οποία τιμή δεν εδόθη ποτέ εις κανένα άλλον προ αυτών· οσάκις δε ενέβλεπεν ο λαός εις αυτά, ησθάνετο μίαν αγάπην διά την ελευθερίαν, και εν άσπονδον μίσος κατά της Τυραννίδος, τα οποία ούτε ο καιρός, ούτε ο φόβος εδυνήθη μετά ταύτα να ρξαλέιψη από την ψυχήν των. _ [1] Ο βωμός έτυχε τότε να καή. Ηρόδ. Ε’. 62. Πινδ. Πυθ. _ [2] Ανδοκ. μυς. _ [3] Κτ. κ. 3496

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος ΠΑ΄ Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805 Ιππίας και Λέαινα Μεταξύ των φιλελευθέρων φίλων, ην και μία εταίρα, ονομαζομένη Λέαινα, η οποία με τα θέλγητρα της ωραιότητος, και διά την επιτηδειότητα εις το παίζειν την λύραν, είχεν υποδουλώση τινάς των ενόχων, και υπετίθετο ως μία από τους πρώτους συνωμότας. Γιγνώκων ουν ο Τύραννος (επειδή ούτως ωνομάσθη ο Ιππίας εξ αιτίας του τελευταίου επιχειρήματος), ότι δεν ήτον τί μυστικόν εν ταύτη τη γυναικί, επρόσταξε να την βασανίσωσι, διά να μαρτυρήση τους συνωμότας κατ’ όνομα· αλλ’ αύτη υπέμεινεν ανδρείως όλην την αυστηρότητα των βασάνων, και φοβουμένη μήπως υπό της ποινής μαρτυρήση την αλήθειαν, εκκόψασα την γλώσσαν διά των οδόντων, έπτυσεν εις το πρόσωπον του Τυράννου[1]. Κατ’ αυτόν τον τρόπον απέθανε πιστώς υπέρ της ελευθερίας, δεικνύουσα εις τον κόσμον εν αξιοσημείωτον παράδειγμα σταθερότητος του γένους της. Οι Αθηναίοι προς μνήμην μιας τοιαύτης ηρωϊκής πράξεως, έστησαν εν άγαλμα, εν ω παρίστατο μία λέαινα χωρίς γλώσσης. Εν τω μεταξύ, ο Ιππίας δεν έπαυσε τον θυμόν του· ο στασιώδης λαός κάμνει πάντοτε τον Τύραννον ύποπτον. Πολλοί πολίται παρεδόθησαν εις θάνατον· και διά να μη φοβήται εις το εξής από παρόμοια επιχειρήματα, ηγωνίσθη να στερεώση την δύναμίν του με ξένας συμμαχίας, δους την θυγατέρα του εις γάμον τω υιώ του Τυράννου της Λαμψάκου, και κρατών αλληλογραφίαν μετά του Αρταφέρνους, σατράπου των Σάρδεων, και πάσχων να αποκτήση την εύνοιαν, και φιλίαν των Λακεδαιμονίων, οι οποίοι ήσαν κατ’ εκείνον τον καιρόν τον δυνατώτατον έθνος όλης της Ελλάδος. [1] Ηρόδ. Βιβ. ς΄. παρ. νε΄. κτ. Θουκυδίδ. Βιβλ. ς΄. παρ. νδ΄-νθ΄.

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2011

Ιστορία της Ελλάδος

Ιστορία της Ελλάδος Π΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805.

Ο θάνατος του Ιππάρχου

Δύο πολίται Αθηναίοι, ονομαζόμενοι Αρμόδιος και Αριστογείτων, συνώμωσαν πολλά σφικτήν, και ακριβή φιλίαν, με απόφασιν να εκδικώνται αμοιβαίως εκείνον, οπού ατιμάση τον έτερον των δύο. Ο Ίππαρχος ων φύσει ερωτικός, έφθειρε την αδελφήν του Αρμοδίου, και είτα, εν ω αύτη έμελλε να υπάγη εις μίαν ιεράν πομπήν, εδημοσίευσε την αισχύνην, λέγων, ότι αύτη δεν ήτον εις στάσιν να παρευρεθή εν τη εορτή[1]. Μία τοιαύτη καταισχύνη παρώξυνεν, ως εικός, την οργήν των δύο φίλων, οι οποίοι απεφάσισαν μετά σπουδής, ήτοι να φονεύσωσι τους Τυράννους, ή να φονευθώσιν αυτοί εις την πράξιν· θέλοντες δε να εύρωσιν αρμόδιον καιρόν, ανέβαλον τον σκοπόν των έως εις την μέλλουσαν εορτήν των Παναθηναίων, εις ην αναγκαίον ην να παρευρίσκωνται οι περισσότεροι Πολίται ωπλισμένοι· και προς πλέιονα αυτών ασφάλειαν εκοινώνησαν το μυστικόν μόνον εις ολίγους των φίλων, συμπεραίνοντες ότι κατά τον πρώτον αλαλαγμόν θέλουσιν εύρη και άλλους πολλούς συμπράκτορας. Με τοιαύτην απόφασιν, ελθούσης της ημέρας, κατήλθον πολλά πρωί εις την Αγοράν, ωπλισμένοι μετά εγχειριδίων, και στερεοί εις την απόφασιν· Εν τούτοις, ιδού και ο Ιππιάς εξήρχετο του παλατίου μετά των οπαδών, διά να δώση έξω της πόλεως τοις στρατιώταις τας ανηκούσας τη μελλούση εορτή διαταγάς. Εν ω δε οι δύο φίλοι ηκολούθουν τον Ιππιάν έως εις ένα διάστημα, ίδον ένα των συνωμοτών, ιδιολογούμενον πολλά οικείως μετά του Ιππίου[2]· δι’ ο φοβηθέντες, μήπως ανεκαλύφθη η συνωμοσία, και επιθυμούντες να τελειώσωσιν όσον τάχιστα τον σκοπόν τους, ητοιμάζοντο εις το έργον· πλην ενθυμούμενοι, ότι ο καθ’ αυτό εχθρός, ο Ίππαρχος ήθελε μείνει ατιμώτητος, απεφάσισαν τέλος να επιστρέψωσιν άπρακτοι εις την πόλιν, θέλοντες να εκδικηθούν εις τον πρωταίτιον της ατιμίας των. Μετ’ ου πολύ εύρον καθ’ οδόν και τον Ίππαρχον, και ευθέως εφορμήσαντες, εθανάτωσαν αυτόν συν τοις εγχειριδίοις, φονευθέντες και αυτοί εντός ολίγου εις εκέινον τον θόρυβον. Ο Ιππίας ακούσας το γεγονός, διά να εμποδίση πάσαν άλλην αταξίαν, επρόσταξε και εξαρμάτωσαν όλους εκείνους, περί ων υπώπτευεν, ότι ήσαν ένοχοι εις το έργον, και έπειτα εμελέτα εκδίκησιν.

[1] Ηρόδ. Ε΄. Κεφ. Ξε΄. Κτ. Θουκ. Α΄. παρ. κ΄. Βιβλ. Σ΄. παρ. νδ΄κτ.
[2] Θουκ. Σ΄. παρ. νζ΄.