Ιστορία της Ελλάδος ΙΕ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805.
Κέκροψ
ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ της Αττικής ην εξ αρχής πολυανθρωπότερον, ή αι πλησιόχωροι ισόχρονοι δυναστείαι[1]. Ο πρώτος βασιλεύς ονομάζεται Ώγυγος[2], εφ’ ου έγινεν ο Ωγύγιος καλούμενος κατακλυσμός επί της Αττικής. Η αληθής όμως σύστασίς της ήρξατο από του Κέκροπος. Ούτος ορμώμενος από της εν Αιγύπτω Σαΐδος[3], κατήχθη μετά των εταίρων του εις την Αττικήν, όπου ο τότε βασιλεύων Ακταίος, αφ’ ου ωνομάζετο και η Αττική Ακτή[4], υποδεξάμενος αυτόν, και συζεύξας αυτώ την θυγατέρα του Άγραυλον, άφησε διάδοχον του θρόνου. Ο Κέκροψ εν τοις 50 έτεσιν οπού διώκησε, μετέπλασε θείως τωόντι τας αγρίας ψυχάς των υπηκόων του, έδειξεν αυτοίς πολλά κάρπιμα δένδρα προς συντήρησίν των, διέταξε τα γαμικά καθήκοντα προς εταιρικήν ησυχίαν[5], συνέστησε το σεβασμιώτατον κριτήριον του Αρείου πάγου[6], το οποίον έδειξεν εις τους Έλληνας πρωϊμώτατα την εκ της δικαιοσύνης σωτηρίαν[7], διώρισεν άκρως σοφώς να θάπτωσι τους νεκρούς[8], συνήψε τους Αθηναίους προς ασφάλειάν των εις δώδεκα δήμους, ήτοι πόλεις[9], και εισήγαγε την Αιγυπτιακήν θεοκρατίαν[10]. Διά ταύτα και αποθανών ετιμήθη ως θεός[11].
[1] Θουκ. Α΄. β΄.
[2] Παυσ. Αττ. Κεφ. 38.
[3] πλατ. εν Τιμ.
[4] Στεφ. Βυζ. εν λεξ. ακτή.
[5] Αριστ. πλουτ. 773.
[6] Ο Άρειος πάγος ωνομάσθη αφ’ ενός όρους πλησίον του φρουρίου, αφιερωμένου τω Άρεϊ. Τούτο το σεβάσμιον κριτήριον συνιστάμενον από τους ευγενεστέρους, πλουσιωτέρους, και εναρετωτέρους πολίτας, ετιμάτο τόσον υπό πάντων, ώστε όλαι αι πόλεις της Ελλάδος εκρίνοντο εις τας ιδιαιτέρας διχονοίας εκουσίως υπ’ αυτού, του οποίου η γενική υπόληψις διεσώθη άχρι του Περικλέους, όστις μη δυνάμενος να γένη Αρειοπαγίτης διά το μη είναι άρχοντα, ηχρείωσε παντοίω τρόπω τούτο το κριτήριον, φθείρας την τε υπόληψιν και την δύναμιν.
[7] Δημοσθ. κατά αριστοκρ.
[8] Cicer. de leg. lib. II
[9] Στρ. Βιβλ. Θ΄.
[10] Μάλιστα δε την λατρείαν του Διός επονομαζομένου υψίστου, και της Αθηνάς, αφ’ ης και η πόλις ωνομάσθη.
[11] Ο Κέκροψ ωνομάσθη διφυής. Η αιτία τούτου είναι έτι άγνωστος. Οι μεν λέγουσι, διότι διώρισε τον γάμον (Σουΐδ. εν λεξ. Κεκρ.), άλλοι δε, διότι εγίγνωσκε δύο διαλέκτους, την πάτριον και την Ελληνικήν (Ευς. χρον.) και άλλοι άλλως προς το δοκούν υποτιθέντες. Μήπως ωνομάσθη Διφυής, επειδή ενομίζετο θεός και άνθρωπος; Εγώ ευρίσκω αυτήν την δόξαν πιθανωτέραν, ίσως ως εδικήν μου; Ο αναγνώστης ας κρίνη, αν δεκάζωμαι υπό της φιλαυτίας.
Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2009
Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2009
Ιστορία της Ελλάδος
Ιστορία της Ελλάδος ΙΔ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805.
Μυκήνες – Πελοπίδες – Ηρακλείδες
Μ’ ΌΛΟΝ ΟΠΟΎ το βασίλειον των Αθηνών είναι αρχαιότερον του Μυκηναίου, η σειρά όμως του λόγου απαιτεί να διέλθωμεν εν συνόψει το βασίλειον των Μυκηνών πρότερον. λυγκεύς ο Αιγύπτου εγέννησεν εξ Υπερμνήστρας της Δαναΐδος τον Άβαντα, Άβας δε εγέννησε Προίτον και Ακρίσιον διδύμους, οίτινες στασιάσαντες προς αλλήλους, εμερίσαντο το Άργος δι’ όπλων[1]. Και ούτω Προίτος μεν εβασίλευσε Τίρυνθος, Ακρίσιος δε Άργους. Περσεύς[2] όμως, ο Δανάης της θυγατρός του Ακρισίου υιός, άκων αποκτείνας τον πάππον, και αισχυνόμενος να επανέλθη εις το Άργος, ηλλάξατο με τον υιόν του Προίτου Μεγαπένθην, και έλαβεν αντί του Άργους την τίρυνθα, ης μητρόπολιν απέδειξε τας Μυκήνας[3]. Τον Περσέα διεδέχθησαν οι υιοί του, Αλκαίος πατήρ του Αμφιτρύωνος, Ηλεκτρύων πατήρ της Αλκμήνης, και Σθένελος, του οποίου ο υιός Ευρυσθεύς μόνος βασιλεύσας μετέπειτα των Μυκηνών, είναι περίφημος εις τα ελληνικά χρονικά διά το προς τον εξάδελφόν του Ηρακλέα μίσος. Δεν είναι λαμμία λαμπρά πράξις, οπού να μην ανέθεσαν οι Έλληνες εις αυτόν τον τριέσπερον ηρωάτων. Μέγιστος (τριών πήχεων και ¼) το ανάστημα[4], ανδρειότατος, έπρεπε μ’ όλον τούτο να εκτελή τας προσταγάς του Ευρυσθέως, αις κατά το πεπρωμένον πειθόμενος, κατώρθωσε τους δώδεκα θρυλλούμενους άθλους[5]. Οι παίδες δε του Ηρακλέους εβδομήκοντα δύο τον αριθμόν, εν οις μόνον μία θυγάτηρ[6], διωκόμενοι υπό του Ευρυσθέως, νικήσαντες αυτόν, εξεβλήθησαν πάλιν του Άργους, και βασιλεύουσι του Άργους και των Μυκηνών οι Πελοπίδαι[7], ο Ατρεύς, ο Θυέστης, ο Αγαμέμνων, έως ότου επελθόντες πάλιν η[8] Ηρακλείδαι, κατέλυσαν όλας τας Πελοποννησιακάς εξουσίας, και διελόμενοι εις τρία όλην την Χερσόνησον[9] εβασίλευσαν[10].
[1] Ούτοι εύρον πρώτοι τας ασπίδας.
[2] Σύγχρονος τω Περσεί ην ο Πέλοψ, ο υιός του Ταντάλου βασιλέως Φρυγίας (Ις. Ελ. εγκ. Στρ. Βιβ. η΄.), ή κατά τον Πίνδ. (Ολ. α΄.) της Λυδίας, ο πλουσιώτατος και δυνατώτατος των τότε, όστις ελθών εκείθεν, και κυριεύσας την Πελοπόννησον, αφ’ ου και επωνομάσθη, έγημε την Ιπποδάμειαν, θυγατέρα του εν Ηλεία βασιλέως Οινομάου, συζεύξας την εαυτού θυγατέρα Αστυδάμειαν μετά του Σθενέλου πατρός του Ευρυσθέως, ούτινος φονευθέντος εν τη μάχη υπό των Ηρακλειδών, βασιλεύει των Μυκηνών ο Πέλοπος υιός Ατρεύς, και ούτως αι οικίαι του Περσέως και Πέλοπος ενωθείσαι εις την οικίαν του τελευταίου, εξαπλώθησαν καθ’ όλην σχεδόν την Πελοπόννησον.
[3] Απολλ. Βιβλ. Β΄. Κεφ. Δ΄.
[4] Ηράκλ. Ποντ. Γ΄.
[5] Ούτος ο μέγας Ήρως της Ελλάδος εγεννήθη εν Θήβαις της βοιωτίας υπό Αλκμήνης γυναικός Αμφιτρύωνος του αυτόσε βασιλέως. Ο Ευρυσθεύς φθονών κρυφίως την λαμπράν γέννησιν και ανδρείαν τούτου του Ήρωος, ηνάγκασεν αυτόν εις διαφόρους κινδύνους, ως οι θρυλλούμενοι δώδεκα άθλοι μαρτυρούσιν. Αλλ’ η περιγραφή των κατορθωμάτων του, ως πλήρης ούσα πάσης Μυθολογικής πλάσεως και δυσειδαιμονίας, εγκαταλιμπάνεται ενταύθα. Διότι τί άλλο πρέπει να εννοήσωμεν υπό την εικόνα του Νεμαίου λέοντος, της επτακεφάλου Ύδρας, κτ., ή ληστάς, κακοτρόπους, και τυράννους καταδαμασθέντας υπ’ αυτού; Κατ’ εκείνους τους καιρούς ο πλανώμενος βίος των ενδοξοτέρων ανδρών, ην ως φαίνεται πάγκοινος, καθώς μαρτυρεί περισσότερον και η κατ’ εκείνον τον καιρόν συμβάσα εκστρατεία των Αργοναυτών (π.Χ. 1350), μεθ’ ων 50 τον αριθμόν, των ενδοξοτέρων και ανδρειοτέρων της Ελλάδος, πλεύσας ο Ιάσων βασιλεύς της Ιωλκού και υιός του Αίσονος επί του πλοίου της Αργούς κατασκευασθέντος υπό του Άργου από τον λιμένα της Θεσσαλίας προς τη Ιωλκώ, ήλθε μετά πολλούς κινδύνους και μυθώδεις τύχας εις την Κολχίδα της Ασίας, προς αρπαγήν των του Αιήτου βασιλέως ταύτης θησαυρών, επ’ ονόματι του χρυσού δέρατος, όπερ και επιτυχών διά βοηθείας της μηδείας θυγατρός του Αιήτου, επέστρεψε μετ’ αυτής νικητής εις Ιωλκόν, όπου και λαβών αυτήν εις γυναίκα κατά την υπόσχεσιν, είτα την απέβαλε φυγούσαν εις τον Αιγέα βασιλέα των Αθηνών. Η επιστήμη ταύτης της γυναικός εις την μαγείαν και γοητείαν, και αι τραγικαί τύχαι προξένησαν μεγάλον κρότον εις τα συγγράμματα των Ποιητών.
[6] Αριστ. ζώων ιστορ. Βιβ. Ζ΄. Κεφ. ς΄.
[7] Θουκ. Βιβ. Α΄. Κεφ. ς΄.
[8] η αντί του σωστού οι. προφανώς πρόκειται για τυπογραφικό λάθος.
[9] Απολ. Βιβλ. Β΄.
[10] Ογδοήκοντα χρόνους μετά την άλωσιν της Τρωάδος, έγινε μία γενική σχεδόν μεταβολή εις την Ελλάδα. Οι Ηρακλείδαι εκλήθησαν από τας Αθήνας, όπου κατέφυγον διωκόμενοι υπό του Ευρυσθέως, εις κατοίκισιν της Δωρίδος, ης ο βασιλεύς (Στρ. Βιβ. Θ’.) λαβών τον πρεσβύτερον υιόν του Ηρακλέους Ύλλον χάριν του πατρός του ως υιόν, αφήκε διάδοχον. Και ούτω γενόμενοι οι Ηρακλείδαι εξ εξορίστων και ταπεινών μεγάλοι βασιλείς, και δυσαρεστούμενοι μεταξύ των αγρίων της Οίτης και του Παρνασσού, εζήτουν οικειοποιούμενοι το μεν βασίλειον του Άργους ως απόγονοι του Περσέως, το δε της Μεσσήνης και Λακεδαίμονος ως απόγονοι του κυριεύσαντος αυτά Ηρακλεόυς, ων εστερήθησαν διά την υπεροχήν των Πελοπιδών. Δις δοκιμάσαντες να διέλθωσιν τον ισθμόν, απέτυχον, φονεύσαντες εν μια μάχη τον Ευρυσθέα. Τέλος δε ο Τήμενος, Κρεσφόντης, και Αριστόδημος, απόγονοι του Ύλλου, ορμισθέντες από την Ναύπακτον μετά του Οξύλου βασιλέως της Αιτωλίας και ενός πολυαρίθμου στρατεύματος, διήλθον τον Κορινθιακόν κόλπον, λεηλατίσαντες την Χερσόνησον (Ηροδ. Βιβ. Θ΄. Παυσ. Βιβ. Α΄. Β΄. Πολυβ. Βιβ. Α΄. β΄. κτ.), και εκδιώξαντες τον τότε βασιλεύοντα υιόν του ορέστου Τισαμενόν, μεθ’ ου οι φυγάδες υπήκοοί του Αχαιοί ορμήσαντες επί τους Ίωνας, οπού κατώκαουν του δυτικού αιγιαλού του Κορινθιακού Ισθμού, και νικήσαντες, αποθανόντος ενδόξως του βασιλέως των εν τη μάχη, εξεδίωξαν αυτούς της χώρας, η και Αχαΐα επωνομάσθη. Ούτως ο μεν Τήμενος έλαβε το Άργος, ο δε Κρεσφόντης την Μεσσήνην, ο δε Όξυλος την Ηλείαν, και του Αριστοδήμου αποθανόντος οι δύο υιοί, Ευρυσθένης και Προκλής, συνεβασίλευσαν της Σπάρτης. (Παυς. Βιβ. Β΄. κτ.)
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805.
Μυκήνες – Πελοπίδες – Ηρακλείδες
Μ’ ΌΛΟΝ ΟΠΟΎ το βασίλειον των Αθηνών είναι αρχαιότερον του Μυκηναίου, η σειρά όμως του λόγου απαιτεί να διέλθωμεν εν συνόψει το βασίλειον των Μυκηνών πρότερον. λυγκεύς ο Αιγύπτου εγέννησεν εξ Υπερμνήστρας της Δαναΐδος τον Άβαντα, Άβας δε εγέννησε Προίτον και Ακρίσιον διδύμους, οίτινες στασιάσαντες προς αλλήλους, εμερίσαντο το Άργος δι’ όπλων[1]. Και ούτω Προίτος μεν εβασίλευσε Τίρυνθος, Ακρίσιος δε Άργους. Περσεύς[2] όμως, ο Δανάης της θυγατρός του Ακρισίου υιός, άκων αποκτείνας τον πάππον, και αισχυνόμενος να επανέλθη εις το Άργος, ηλλάξατο με τον υιόν του Προίτου Μεγαπένθην, και έλαβεν αντί του Άργους την τίρυνθα, ης μητρόπολιν απέδειξε τας Μυκήνας[3]. Τον Περσέα διεδέχθησαν οι υιοί του, Αλκαίος πατήρ του Αμφιτρύωνος, Ηλεκτρύων πατήρ της Αλκμήνης, και Σθένελος, του οποίου ο υιός Ευρυσθεύς μόνος βασιλεύσας μετέπειτα των Μυκηνών, είναι περίφημος εις τα ελληνικά χρονικά διά το προς τον εξάδελφόν του Ηρακλέα μίσος. Δεν είναι λαμμία λαμπρά πράξις, οπού να μην ανέθεσαν οι Έλληνες εις αυτόν τον τριέσπερον ηρωάτων. Μέγιστος (τριών πήχεων και ¼) το ανάστημα[4], ανδρειότατος, έπρεπε μ’ όλον τούτο να εκτελή τας προσταγάς του Ευρυσθέως, αις κατά το πεπρωμένον πειθόμενος, κατώρθωσε τους δώδεκα θρυλλούμενους άθλους[5]. Οι παίδες δε του Ηρακλέους εβδομήκοντα δύο τον αριθμόν, εν οις μόνον μία θυγάτηρ[6], διωκόμενοι υπό του Ευρυσθέως, νικήσαντες αυτόν, εξεβλήθησαν πάλιν του Άργους, και βασιλεύουσι του Άργους και των Μυκηνών οι Πελοπίδαι[7], ο Ατρεύς, ο Θυέστης, ο Αγαμέμνων, έως ότου επελθόντες πάλιν η[8] Ηρακλείδαι, κατέλυσαν όλας τας Πελοποννησιακάς εξουσίας, και διελόμενοι εις τρία όλην την Χερσόνησον[9] εβασίλευσαν[10].
[1] Ούτοι εύρον πρώτοι τας ασπίδας.
[2] Σύγχρονος τω Περσεί ην ο Πέλοψ, ο υιός του Ταντάλου βασιλέως Φρυγίας (Ις. Ελ. εγκ. Στρ. Βιβ. η΄.), ή κατά τον Πίνδ. (Ολ. α΄.) της Λυδίας, ο πλουσιώτατος και δυνατώτατος των τότε, όστις ελθών εκείθεν, και κυριεύσας την Πελοπόννησον, αφ’ ου και επωνομάσθη, έγημε την Ιπποδάμειαν, θυγατέρα του εν Ηλεία βασιλέως Οινομάου, συζεύξας την εαυτού θυγατέρα Αστυδάμειαν μετά του Σθενέλου πατρός του Ευρυσθέως, ούτινος φονευθέντος εν τη μάχη υπό των Ηρακλειδών, βασιλεύει των Μυκηνών ο Πέλοπος υιός Ατρεύς, και ούτως αι οικίαι του Περσέως και Πέλοπος ενωθείσαι εις την οικίαν του τελευταίου, εξαπλώθησαν καθ’ όλην σχεδόν την Πελοπόννησον.
[3] Απολλ. Βιβλ. Β΄. Κεφ. Δ΄.
[4] Ηράκλ. Ποντ. Γ΄.
[5] Ούτος ο μέγας Ήρως της Ελλάδος εγεννήθη εν Θήβαις της βοιωτίας υπό Αλκμήνης γυναικός Αμφιτρύωνος του αυτόσε βασιλέως. Ο Ευρυσθεύς φθονών κρυφίως την λαμπράν γέννησιν και ανδρείαν τούτου του Ήρωος, ηνάγκασεν αυτόν εις διαφόρους κινδύνους, ως οι θρυλλούμενοι δώδεκα άθλοι μαρτυρούσιν. Αλλ’ η περιγραφή των κατορθωμάτων του, ως πλήρης ούσα πάσης Μυθολογικής πλάσεως και δυσειδαιμονίας, εγκαταλιμπάνεται ενταύθα. Διότι τί άλλο πρέπει να εννοήσωμεν υπό την εικόνα του Νεμαίου λέοντος, της επτακεφάλου Ύδρας, κτ., ή ληστάς, κακοτρόπους, και τυράννους καταδαμασθέντας υπ’ αυτού; Κατ’ εκείνους τους καιρούς ο πλανώμενος βίος των ενδοξοτέρων ανδρών, ην ως φαίνεται πάγκοινος, καθώς μαρτυρεί περισσότερον και η κατ’ εκείνον τον καιρόν συμβάσα εκστρατεία των Αργοναυτών (π.Χ. 1350), μεθ’ ων 50 τον αριθμόν, των ενδοξοτέρων και ανδρειοτέρων της Ελλάδος, πλεύσας ο Ιάσων βασιλεύς της Ιωλκού και υιός του Αίσονος επί του πλοίου της Αργούς κατασκευασθέντος υπό του Άργου από τον λιμένα της Θεσσαλίας προς τη Ιωλκώ, ήλθε μετά πολλούς κινδύνους και μυθώδεις τύχας εις την Κολχίδα της Ασίας, προς αρπαγήν των του Αιήτου βασιλέως ταύτης θησαυρών, επ’ ονόματι του χρυσού δέρατος, όπερ και επιτυχών διά βοηθείας της μηδείας θυγατρός του Αιήτου, επέστρεψε μετ’ αυτής νικητής εις Ιωλκόν, όπου και λαβών αυτήν εις γυναίκα κατά την υπόσχεσιν, είτα την απέβαλε φυγούσαν εις τον Αιγέα βασιλέα των Αθηνών. Η επιστήμη ταύτης της γυναικός εις την μαγείαν και γοητείαν, και αι τραγικαί τύχαι προξένησαν μεγάλον κρότον εις τα συγγράμματα των Ποιητών.
[6] Αριστ. ζώων ιστορ. Βιβ. Ζ΄. Κεφ. ς΄.
[7] Θουκ. Βιβ. Α΄. Κεφ. ς΄.
[8] η αντί του σωστού οι. προφανώς πρόκειται για τυπογραφικό λάθος.
[9] Απολ. Βιβλ. Β΄.
[10] Ογδοήκοντα χρόνους μετά την άλωσιν της Τρωάδος, έγινε μία γενική σχεδόν μεταβολή εις την Ελλάδα. Οι Ηρακλείδαι εκλήθησαν από τας Αθήνας, όπου κατέφυγον διωκόμενοι υπό του Ευρυσθέως, εις κατοίκισιν της Δωρίδος, ης ο βασιλεύς (Στρ. Βιβ. Θ’.) λαβών τον πρεσβύτερον υιόν του Ηρακλέους Ύλλον χάριν του πατρός του ως υιόν, αφήκε διάδοχον. Και ούτω γενόμενοι οι Ηρακλείδαι εξ εξορίστων και ταπεινών μεγάλοι βασιλείς, και δυσαρεστούμενοι μεταξύ των αγρίων της Οίτης και του Παρνασσού, εζήτουν οικειοποιούμενοι το μεν βασίλειον του Άργους ως απόγονοι του Περσέως, το δε της Μεσσήνης και Λακεδαίμονος ως απόγονοι του κυριεύσαντος αυτά Ηρακλεόυς, ων εστερήθησαν διά την υπεροχήν των Πελοπιδών. Δις δοκιμάσαντες να διέλθωσιν τον ισθμόν, απέτυχον, φονεύσαντες εν μια μάχη τον Ευρυσθέα. Τέλος δε ο Τήμενος, Κρεσφόντης, και Αριστόδημος, απόγονοι του Ύλλου, ορμισθέντες από την Ναύπακτον μετά του Οξύλου βασιλέως της Αιτωλίας και ενός πολυαρίθμου στρατεύματος, διήλθον τον Κορινθιακόν κόλπον, λεηλατίσαντες την Χερσόνησον (Ηροδ. Βιβ. Θ΄. Παυσ. Βιβ. Α΄. Β΄. Πολυβ. Βιβ. Α΄. β΄. κτ.), και εκδιώξαντες τον τότε βασιλεύοντα υιόν του ορέστου Τισαμενόν, μεθ’ ου οι φυγάδες υπήκοοί του Αχαιοί ορμήσαντες επί τους Ίωνας, οπού κατώκαουν του δυτικού αιγιαλού του Κορινθιακού Ισθμού, και νικήσαντες, αποθανόντος ενδόξως του βασιλέως των εν τη μάχη, εξεδίωξαν αυτούς της χώρας, η και Αχαΐα επωνομάσθη. Ούτως ο μεν Τήμενος έλαβε το Άργος, ο δε Κρεσφόντης την Μεσσήνην, ο δε Όξυλος την Ηλείαν, και του Αριστοδήμου αποθανόντος οι δύο υιοί, Ευρυσθένης και Προκλής, συνεβασίλευσαν της Σπάρτης. (Παυς. Βιβ. Β΄. κτ.)
Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2009
Ιστορία της Ελλάδος
Ιστορία της Ελλάδος ΙΓ΄
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Bιέννη 1805
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΣΙΚΥΩΝΑ έπεται τω χρόνω το βασίλειον της αργολίδος ομοίως εν Πελοποννήσω, αρξάμενον από Ινάχου κατά το 1080 έτος προ της εισαγωγής των Ολυμπιάδων[1], από τον οποίον ωνομάσθη ο εν Άργει ποταμός Ίναχος[2]. Ίναχον διεδέξατο ο υιός του Φορωνεύς[3], όστις έταξε νόμους εις το Άργος, και έκτισε πρώτος ναούς εις τους θεούς[4]. Αυτώ ακολουθεί ο υιός του Άπις[5], τύραννος δυνάστης, αφ’ ου ωνομάσθη όλη η Πελοπόννησος Απία[6]. Μετά τούτον βασιλεύει Άργος ο Διός και νιόβης θυγατρός του Άπιος υιός[7], αφ’ ου ωνομάσθη και το βασίλειον αυτό, και όλη η Πελοπόννησος. Και αύτη η διαδοχή κατελύθη από τον Δαναόν[8] τον υιόν του Βήλου, όστις ορμώμενος από της εν Αιγύπτω Θηβαΐδος[9], ωρμίσθη μετά των πεντήκοντα θυγατέρων του εις την Αργολίδα, και εκβαλών Γελάνορα τον έσχατον Ιναχίδην της βασιλείας, όλους τους Έλληνας από του ονόματός του μετωνόμασε Δαναούς. Όλη η Μυθολογία είναι πλήρης των Δαναΐδων, ότι και αι πεντήκοντα ομού εφόνευσαν τους νυμφίους των, πλην της πρωτοτόκου Υπερμνήστρας, ήτις διεφύλαξε τον άνδρα της Λυγκέα[10], όστις και διεδέξατο τον Δαναόν εις την διοίκησιν[11].
[1] 1986 π.Χ.
[2] Παυσ. Κορινθ. Κεφ. ΙΕ΄.
[3] 1926 π.Χ.
[4] Κλημ. Αλεξανδρ. εν προτρεπτ.
[5] 1896 π.Χ.
[6] Απολλοδ. Βιβλ. Β΄.
[7] Σχολ. Ομήρ. Ιλ. α.
[8] 1572 π.Χ.
[9] Ηρόδ. Ευτέρπ.
[10] Ο Δαναός εμποδιζόμενος υπό του χρησμού να ενώση τας 50 θυγατέρας μετά των 50 υιών του αδελφού του βασιλέως εν Αιγύπτω, ηναγκάσθη να φύγη εις Ρόδον, καντεύθεν εις Άργος, όπου καταδιωκόμενος υπό του αδελφού του Αιγύπτου, εβιάσθη να συγκατανεύση εις το ζήτημά του, παραγγείλας τας θυγατέρας του να φονεύση καθεμία τον νυμφίον της, ως και έγινε, πλην μιας.
[11] Απολλ. Βιβ. Β΄. Κεφ. Α΄.
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Bιέννη 1805
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΣΙΚΥΩΝΑ έπεται τω χρόνω το βασίλειον της αργολίδος ομοίως εν Πελοποννήσω, αρξάμενον από Ινάχου κατά το 1080 έτος προ της εισαγωγής των Ολυμπιάδων[1], από τον οποίον ωνομάσθη ο εν Άργει ποταμός Ίναχος[2]. Ίναχον διεδέξατο ο υιός του Φορωνεύς[3], όστις έταξε νόμους εις το Άργος, και έκτισε πρώτος ναούς εις τους θεούς[4]. Αυτώ ακολουθεί ο υιός του Άπις[5], τύραννος δυνάστης, αφ’ ου ωνομάσθη όλη η Πελοπόννησος Απία[6]. Μετά τούτον βασιλεύει Άργος ο Διός και νιόβης θυγατρός του Άπιος υιός[7], αφ’ ου ωνομάσθη και το βασίλειον αυτό, και όλη η Πελοπόννησος. Και αύτη η διαδοχή κατελύθη από τον Δαναόν[8] τον υιόν του Βήλου, όστις ορμώμενος από της εν Αιγύπτω Θηβαΐδος[9], ωρμίσθη μετά των πεντήκοντα θυγατέρων του εις την Αργολίδα, και εκβαλών Γελάνορα τον έσχατον Ιναχίδην της βασιλείας, όλους τους Έλληνας από του ονόματός του μετωνόμασε Δαναούς. Όλη η Μυθολογία είναι πλήρης των Δαναΐδων, ότι και αι πεντήκοντα ομού εφόνευσαν τους νυμφίους των, πλην της πρωτοτόκου Υπερμνήστρας, ήτις διεφύλαξε τον άνδρα της Λυγκέα[10], όστις και διεδέξατο τον Δαναόν εις την διοίκησιν[11].
[1] 1986 π.Χ.
[2] Παυσ. Κορινθ. Κεφ. ΙΕ΄.
[3] 1926 π.Χ.
[4] Κλημ. Αλεξανδρ. εν προτρεπτ.
[5] 1896 π.Χ.
[6] Απολλοδ. Βιβλ. Β΄.
[7] Σχολ. Ομήρ. Ιλ. α.
[8] 1572 π.Χ.
[9] Ηρόδ. Ευτέρπ.
[10] Ο Δαναός εμποδιζόμενος υπό του χρησμού να ενώση τας 50 θυγατέρας μετά των 50 υιών του αδελφού του βασιλέως εν Αιγύπτω, ηναγκάσθη να φύγη εις Ρόδον, καντεύθεν εις Άργος, όπου καταδιωκόμενος υπό του αδελφού του Αιγύπτου, εβιάσθη να συγκατανεύση εις το ζήτημά του, παραγγείλας τας θυγατέρας του να φονεύση καθεμία τον νυμφίον της, ως και έγινε, πλην μιας.
[11] Απολλ. Βιβ. Β΄. Κεφ. Α΄.
Τετάρτη 24 Ιουνίου 2009
Ιστορία της Ελλάδος
Ιστορία της Ελλάδος ΙΒ΄Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805.
Σικυών
Μετά την διασποράν των οι υιοί του Ιωνάν εβυθίσθησαν ακαταλύπτως εις μίαν ζωώδη κατάστασιν. Οι παλαιοί Συγγραφείς παριστώσιν ημίν τους πρώτους κατοίκους της Ελλάδος όχι μόνον, ως οι Τρωγλοδίται, κατοικούντας εις σπήλαια, από τα οποία μόνον η ανάγκη τους εξέβαλεν, οδηγούσα αυτούς εις αναζήτησιν τροφής, αλλά και εις διηνεκείς εμφυλίους αιματοχυσίας[1], επειδή ο μικρότερος λειμών, ο ευτελέστερος αγρός, ήτον ικανός να προξενήση ρείθρω όλα αιμάτων εν ταις μνησικάκοις φυλαίς των βαρβάρων. Εις τοιούτον όμως τερπνότατον κλίμα η ανθρωπότης δεν ημπορεί να έρπη πολύν χρόνον, μηδέν διαφέρουσα της αλόγου κτίσεως. Πολλαί αποικίαι διαπεραιωθείσαι από τους αιγιαλούς της Αιγύπτου και της Φοινίκης εις τα παραθαλάσσια της Ελλάδος, ήρξαντο να διδάσκωσι τα εξηγριωθέντα έθνη καθήκοντα και προς άλληλα, και προς το ύπατον Ον, και ούτως αι πρώται μετοικεσίαι ωνομάσθησαν βασιλείαι.
Εάν θελήση λοιπόν τίς να περιγράψη ανιχνεύων τας ιδιαιτέρας περιπετείας αυτών των βασιλιδίων, το οποίον ανήκει μάλλον τω Οικονομικώ, ή τω Ιστορικώ, ο τοιούτος ήθελεν επιφορτίση βεβαίως τον αναγνώστην επαχθώς και ανωφελώς με μίαν τοιαύτην ματαιοπονίαν. Εις ημάς αρκεί μόνον να σημειώσωμεν, ότι το πρώτιστον βασίλειον εις την Ελλάδα ην το της Σικυώνος [κτ. κ. 1915 – π.Χ. 2089.], του οποίου η αρχή υποτίθεται 1313 έτη προ της πρώτης Ολυμπιάδος κατά τον Ευσέβιον[2], πρέπει δε να ήτον δυνατόν βασίλειον, επειδή διήρκεσε περί τα χίλια έτη, από τον Αιγιαλέα δηλ. τον πρώτον των Σικυωνίων βασιλέα, έως του ιε΄ έτους της επανόδου των Ηρακλειδών εις την Πελοπόννησον, εις ημάς όμως δεν διεσώθησαν, ειμή τα ονόματα μόνον των βασιλέων[3].
[1] Η Ελλάς κατά τους αρχαιοτάτους καιρούς ωμοίαζε με εν ακαλλιέργητον δάσος, κατοικουμένη από αμαθείς και αγρίους, και τρεφομένους από φυτά, καρπούς, και ρίζας (Ισοκρ. εν παν. Lucret. V, 964.) Πρώτος ο Πελασγός εδίδαξεν αυτούς να τρέφωνται από βαλάνους, να κατοικώσιν εις καλύβας, και να περιθάλπωσι το σώμα των με τα δέρματα των ζώων, δι’ ο και μεγάλως ύστερον ετιμήθη (Παυς. κεφ. Η΄.). Την Γεωργίαν ηγνόουν παντάπασι, και δεν είχον άλλους νόμους, ειμή την ισχύν του σώματος. Κατ’ ολίγον ήρξαντο με να ζώσι κοινωνικώτερον υπό διαφόρους αρχηγούς, αλλά και τούτων όσοι κατώκουν καρποφόρον γην, κατεπολεμών το αλλήλοις, επικρατούντος του δυνατοτέρου μέρους, διό και κάθε χρόνον σχεδόν μετήλλατεν η Θετταλία, Πελοπόννησος, και άλλοι καρποφόροι τόποι της Ελλάδος, τους διοικητάς και εγκατοίκους, όσοι δε κατώκουν γην άκαρπον και λεπτοτάτην, έμενον ειρηνικοί χωρίς να φοβώνται από εισδρομάς εχθρών, καθώς ηκολούθησεν εν τη Αττική (Θουκ. Βιβλ. Α΄.). Αλλά και ότε συνεισήχθη η Γεωργική, και άρχησαν να ζώσι κατά πόλεις και κώμας, δεν αφήκαν τας καταδρομάς και αρπαγάς, αλλ’ ειργάζοντο την πειρατικήν άχρι πολλού καιρού, ουκ αισχυνόμενοι, αλλά μάλλον καυχώμενοι επί τη εμπειρία των. Η παλαιά διοίκησις ην βαρβαρική και απολίτευτος, ώστε πάσα πόλις και κώμη ήτον σχεδόν ως μία μικρά τυραννία, διοικουμένη από ένα αρχηγόν ονομαζόμενον μ’ όλον τούτο βασιλέα. Οι νόμοι ήσαν άγνωστοι αυτοίς έως του καιρού των εν Αθήναις αρχόντων. Ο Κάδμος, Ορφεύς, Μεσσαίος, και άλλοι έφερον απ’ Αιγύπτου την τέχνην του γράφειν, την Αριθμητικήν, Ναυτικήν, και Εμπορικήν. Η Αστρονομία εισήχθη μετά πολύν καιρόν από την Βαβυλώνα, η δε Γεωμετρία και Φιλοσοφία από την Αίγυπτον και Ιουδαίαν, η δε μαγεία από την Περσίαν (Ηροδ. Βιβλ. Β΄. Διόδ. Α΄. Tat. orat. contra graecos princ.). Ο Κέκροψ παρέδωκε κατ’ αρχάς εις τους Έλληνας κατά τον Παυσανίαν την Αιγυπτιακήν θρησκείαν, και τέλος ο Ορφεύς, Λαίδαλος, και Μελάμπους επεσώρευσαν αυτούς με πάσαν Αιγυπτιακήν συσειδαιμονίαν.
[2] Εν χρον.
[3] Μεγάλη διαφωνία ευρίσκεται μεταξύ των Συγγραφέων τόσον διά την τάξιν και τον αριθμόν, όσον και διά τα ονόματα των βασιλέων. Οι πρώτοι κάτοικοι της Σικυώνος ήσαν αναμφιβόλως ο[ι] Πελασγοί (Ηρόδ. Βιβ. Ζ΄.) ωνομάσθη δε κατά πρώτον μεν Αιγιαλεία ή Αιγιαλός, ήτοι από τον Αιγιαλέα πρώτον βασιλέα της (Παυς. Ζ΄.), ή από την χώραν, έπειτα δε Ιωνία από Ίωνος υιού του Ξάνθου, επομένως δε Αχαΐα, ότε εξωσθέντες οι Αχαιοί του Άργους και της Λακεδαίμονος υπό των Ηρακλειδών, εξουσίασαν μάχη της χώρας των Σικυωνίων, διαμερισθέντες εις τα[ς] δώδεκα πόλεις των Ιώνων (Παυς. Β΄. Στρ. Η΄.), και τέλος Σικυών από τον ιθ΄βασιλέα. Μετά τον θάνατον Ζευξίππου του τελευταίου των 26 λογιζομένων βασιλέων, διωκείτο το βασίλειον της Σικυώνος υπό των επτά Ιερέων του Απόλλωνος άχρι 40 χρόνων κατά τον Ευσέβιον. Μετά δε την επάνοδον των Ηρακλειδών εις την Πελοπόννησον, συνηριθμήθησαν οι Σικυώνιοι εν τοις Δωριεύσιν, υποταχθέντες εις το βασίλειον της Αργολίδος. Προς τιμήν Δημητρίου του Πολιορκητού μετωνόμασαν οι κάτοικοι την χώραν Δημητριάδα (Διόδ. Βιβλ. Κ΄, Πλουτ. Δημητ.). Η Σικυών ην περίφημος εν τη Ζωγραφική, γέμουσα παντός είδους εικόνων, εις ην και αυτός ο Απελλής ήλθε να διδαχθή από τον Πάμφιλον περίφημον ζωγράφον επί μισθώ ενός ταλάντου αργύρου (Πλιν. ΛΕ΄.).
Τετάρτη 17 Ιουνίου 2009
Ιστορία της Ελλάδος
Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805.
Ελλάς
Ας καυχάται ο Αρκάς να είναι προσέληνος[1], ας σεμνύνεται ο Αθηναίος ως αυτόχθων, απόδειξιν τούτου τον εν τη κόμη του τέττιγα φέρων[2], ο φιλόσοφος χειραγωγούμενος και από την ιστορία, και από την αδέκαστον παρατήρησιν της φύσεως, διξάζει το θερμόν της Ασίας κλίμα, τας ευφορωτάτας όχθας του Ευφράτου, ως την γενέθλιον εστίαν του ανθρωπίνου γένους. Εκείθεν και μετά τον κατακλυσμόν διεσπάρησαν οι άνθρωποι, και κατεκυρίευσαν αναλόγως τη χρεία των όλην την επιφάνειαν της γης. Εκ της ιεράς Γραφής διδασκόμεθα, ότι Ιωνάν ο υιός του Ιαφέθ είναι ο πατριάρχης όλων των γενών, οπού περιέχονται υπό το γενικόν όνομα Έλληνες[3], όνομα παραγόμενον από τον Ελισσά, ένα των τεσσάρων υιών του Ιωνάν[4], από τους οποίους Θαρσείς ο δευτερότοκος κατώκησε την Αχαΐαν, ο Χιττίμ την Μακεδονίαν, και Δοδανίμ ο υστερογενής την Θεσσαλίαν και την Ήπειρον. Όπως αυτοί διείλον αναμεταξύ των την χώραν, οίους πολέμους, και όσας καταστροφάς υπέστησαν, είναι ημίν πάντη άγνωστον, αλλά και αν ήτον γνωστόν, η Ιστορία μικρών βαρβαρικών πολιτειών δεν ημπορούσεν αναμφιβόλως να ανταμείψη τον πόνον της αναζητήσεως. Εις εκείνους τους καιρούς τα βασίλεια ήσαν ευτελή, επειδή πολλάκις μία και μόνη πόλις, της οποίας η πέριξ επικράτεια δεν υπερέβαινε το διάστημα ολίγων ωρών, εκαλλωπίζετο με το μεγαλοπρεπές αυτό όνομα.
[1] Σχολ. Απολ. Ροδ. Βιβλ. Γ΄.
[2] Θουκ. Βιβλ. Α΄.
[3] Γεν. Ι΄. 4.
[4] Οι Έλληνες εν αρχή της νηπιότητός των ωνομάζοντο διαφόρως κατά τους κατά καιρούς αρχηγούς των, όντες διηρημένοι εις διάφορα έθνη, εξ ων το Πελασγικόν ως το ισχυρώτερον και πολύπλανον, μετέδωκε το όνομά του τελευταίον εις όλα τα λοιπά, επωνομάσθη δε ούτως από Πελασγού κατά πρώτον βασιλέως Αρκαδίας τε και Πελοποννίσου, και απογόνου του Γνάχου. Μετά δε έκτην γενεάν από Πελασγού, οι Πελασγοί, ο Αχαιός, Φθίος, και Πελασγός ο νεώτερος, οι Λαρίσσης και Ποσειδώνος υιοί, ορμήσαντες δι’ έλλειψιν τροφής εν τη χώρα των εις την τότε Αιμονίαν ονομαζομένην Θεσσαλίαν, εμέρισαν αυτήν εν γένει Πελασγίαν καλουμένην εις τρία μέρη, Φθιώτιν, Αχαΐαν, και Πελασγιώτιν. Τέλος ο Θεσσαλός και Γραικός μετωνόμασαν τους υπηκόους των Θεσσαλούς και Γραικούς. Έζησαν δε οι Πελασγοί πέντε γενεάς ησύχως εν τη καρποφόρω Θεσσαλία, έως ου περί την έκτην γενεάν ο Προμηθέως υιός Δευκαλίων, βασιλεύς της Λυκωρείας επί τον Παρνασσόν (Διον. Αλ. Βιβ. Α΄. Marm. par. epoch. 2 και 4), διά την πλημμύραν ίσως του Ευξείνου πόντου, ή του Αχελώου ποταμού (Διοδ. Ε΄. 47. Αριστ. μετεωρ.), τον φημιζόμενον κατακλυσμόν εκείνου του τόπου, αναγκασθείς ώρμησε μετά των Κουρήτων και Λελέγων, των ονομασθέντων έπειτα Αιτωλών και Λοκρών, και άλλων επί τον Παρνασσόν εθνών εις την Θεσσαλίαν, εξ ης διωχθέντες, διεσπάρησαν οι Πελασγοί, οι μεν εις Κρήτην, Βοιωτίαν, Φωκίδα, Εύβοιαν, οι δε εις τινας των Κυκλάδων νήσων, και άλλοι εις την Ήπειρον, και εντεύθεν εις Ιταλίαν. Επειδή λοιπόν αύτη η φυγή συνέβη επί του Γραικού, οι φυγάδες Πελασγοί επωνομάζοντο γενικώς Γραικοί, και έκτοτε επεκράτησε παρά τοις Ευρωπαίοις να ονομάζωνται οι Έλληνες Γραικοί. (Marmor. parium epocha. 6. Αριστ. μετεωρ. Α΄. Κεφ. 14. Απολλ. Βιβλ. Α΄. Κεφ. 7.)
Αποθανόντος δε του Δευκαλίωνος, επωνομάσθησαν οι Θεσσαλοί μόνον Έλληνες από Έλληνος υιού αυτού, ωσάν οπού έτι επί του Ομήρου Έλληνες μεν ωνομάζοντο μόνον οι ελθόντες μετά του Αχιλλέως από την Φθιώτιν της Θεσσαλίας (Ιλ. β. Θουκ. Βιβλ. Α΄. Στρ. ιΔ΄.), οι δε λοιποί Αργείοι, Αχαιοί, και Δαναοί. Αλλά τέλος διεδόθη το όνομα Έλληνες μετά την εισαγωγήν των Ολυμπίων (Ηρ. Ε΄. Πριδεαύξ. Ι΄.) γενικώς εις όλον το έθνος, διάτε την δύναμιν και τας αποικίας των του Έλληνος υιών, Αιόλου, Δώρου, και Ξούθου (Θουκ. Βιβλ. α΄.)
Ο μεν Αίολος λαβών την διοίκησιν της Φθιώτιδος παρά του πατρός του, επωνόμασε τους υπηκόους του Αιολείς, εξ ου κατήγοντο οι Θεσσαλοί, οι Μακεδόνες, οι και τοις Δωριεύσιν έπειτα επεπλέχθησαν, οι Ακαρνάνες, οι Αιτωλοί, οι Λοκροί, οι Φωκεις, αι δυτικαί νήσοι Ζάκυνθος, Κεφαλληνία, και Ιθάκη, αι Αιολικαί εν Σικελία, Ασία, ιταλία κτ. αποικίαι (Στρ. Η΄.). Μετά τον θάνατον του Αιόλου βασιλεύει της Φθιώτιδος ο του Ξούθου υιός Αχαιός, αφ’ ου και οι υπ’ αυτόν Αχαιοί εκλήθησαν. Τούτω ακολουθεί ο Μυρμιδών, αφ’ ου και Μυρμιδόνες, κτ.
Ο δε Δώρος ο δεύτερος υιός του Έλληνος έλαβε την Εστιαιώτιν της Θεσσαλίας, μετονομάσας τους εγκατοίκους Δωριείς. Τούτου δε οι απόγονοι διωχθέντες από τους Περραιβούς, οι μεν πλείστοι κατώκησαν την Μακεδονίαν, ο δε υιός του Δώρου Τέκταμος ήλθε μετ’ α΄λλων Δωριέων, Αιολών, και Πελασγών εις Κρήτην, αφ’ ου ο Μίνως και οι από τούτου κατάγονται. Από Μακεδονίας ήλθον τινές Δωριείς διά Θεσσαλίας εις τα Οιταία όρη, κτίσαντες την Δωρικήν τετράπολιν. Εις δε των βασιλέων των έλαβε τον υιόν του Ηρακλέους Ύλλον ως υιόν, και έκτοτε οι Ηρακλείδαι ως Δωριείς ενομίζοντο. Από τούτων κατήγοντο οι Λακεδαιμόνιοι, Μακεδόνες, αποικίαι τινές εν Ασία, Ιταλία, μεγάλη ελλάδι, και Σικελία, κτ. (Παυς. Δ΄.).
Ο δε τρίτος υιός του Έλληνος Ξούθος, καταδιωκόμενος υπό των αδελφών του έφυγε εις την Αττικήν, όπου εγέννησεν εκ της θυγατρός του αυτόσε βασιλέως Ερεχθέως δύο παίδας, Ίωνα και Αχαιόν, ων ο μεν πρώτος έλαβε μεν παρά του Ερεχθέως την διοίκησιν διά τα αρετάς του, αφ’ ου και οι Αθηναίοι τότε Ίωνες ωνομάζοντο, και άχρι τούδε γενικώς παρά τοις Άραψι κτ. οι Έλληνες «γιουνάνου» καλούνται, εξωσθείς δε εν ολίγω υπό των του Ερεχθέως υιών, κατώκησε το μέρος της Πελοποννήσου, όπερ ωνομάζετο πρότερον μεν Αιγιαλός, ύστερον δε Αχαΐα, και τέλος μετά την επάνοδον των Ηρακλειδών εκδιωχθείς, έφυγε μετά των υπηκόων του, και Νηλέως υιού του Κόδρου, και άλλων, εις την μικράν Ασίαν, εξ ης εξεδιώχθησαν οι Πελασγοί, κάρες, και Λέλεγες, ο δε Αχαιός βοηθεία Αθηναίων απελθών εις Θεσσαλίαν, εκυρίευσε της πατρικής του βασιλείας, της Φθιώτιδος, αφ’ ου και οι Αιολείς Αχαιοί ωνομάσθησαν. Αλλ’ οι υιοί αυτού αποθανόντος πάλιν διωχθέντες, ήλθον μετά πολλών Αιολών εις Πελοπήννησον, κυριεύσαντες το Άργος, και την Λακεδαίμονα, ων οι κάτοικοι Αχαιοί προσηγορεύθησαν. Μετά δε την επάνοδον των Ηρακλειδών διωκόμενοι, κατώκισαν, Τισαμένου στρατηγούντος, τον Κορινθιακόν ισθμόν, εξελάσαντες τους Ίωνας από τας δώδεκα πόλεις, και ονομάσαντες Αχαΐαν.
Εν ω δε οι του Έλληνος απόγονοι μετώκουν εις όλην την Ελλάδα, έφερον αποικίας ο μεν Κέκροψ απ’ Αιγύπτου [1570 π.Χ.] εις τας Αθήνας, ο δε Δαναός από Χέμμιν [1572 π.Χ.] ομοίως εν Αιγύπτω εις την Πελοπόννησον, ο δε Κάδμος από Φοινίκης [1549 π.Χ.] εις Βοιωτίαν, και ο Πέλοψ από Φρυγίας [1423 π.Χ.] εις το Άργος.
Τετάρτη 10 Ιουνίου 2009
Ιστορία της Ελλάδος
Ιστορία της Ελλάδος Ι΄Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805
__________
Κεφάλαιον Α΄
Περί της αρχαιοτάτης καταστάσεως της Ελλάδος.
Αι πρώται ειδήσεις οπού έχομεν διά κάθε τόπον είναι μυθώδεις και αβέβαιοι. κάθε απάτη ευρίσκει ραδίαν πάροδον εις ένα αφώτιστον έθνος, επειδή η αμάθεια είναι η μήτηρ της ευπιστίας. Διό δεν πρέπει να δώσωμεν πίστιν εις όσα παρέδωκαν ημίν οι Έλληνες περί της αρχαιοτάτης αυτών καταστάσεως. Οι δε πρώτοι οπού άρχησαν να διηγώνται τας πράξεις των συμπολιτών είναι οι Ποιηταί, των οποίων η τέχνη είναι να θέλγωσι την φαντασίαν, μη φροντίζοντες μηδέ αυτής της πιθανότητος. Εκ τούτου αι αρχαιόταται παραδόσεις της Ελλάδος παριστώσιν ημίν μόνον μηχανήματα θεών και ημιθέων, τεράστια συμβάντα ηρώωντε και γιγάντων, φθοράς δρακόντων και θηρίων, και εν γένει όλην την δύναμιν των μαγειών και της γοητείας, και ο άνθρωπος μόλις φαίνεται να έχη τινά κοινωνίαν εις την εικόνα. και εν ω ο αναγνώστης περιτρέχει ακαταπαύστως τας χαριεστέρας σκηνάς, οπού ημπορεί να παραστήση η φαντασία, δεν βλέπει σχεδόν ποτέ πράξεις ενός πλάσματος ομοίου με αυτόν.
Όθεν ήθελεν είναι μάταιον, και έξω του ημετέρου σκοπού να περιγράψωμεν ως ιστορίας διηγήσεις, οπού δεν ενομίσθησαν ποτέ αληθείς. Μερικοί Συγγραφείς κατέβαλον μεν πολλούς πόνους, ίνα διακρίνωσι την αλήθειαν από τον μύθον, και ούτω να μας δώσωσι μίαν αδιασπαστον διήγησιν από αρχής της σκοτεινής παραδόσεως, έως της πρώτης καταβολής της αληθούς και ανενδοιάστου Ιστορίας, αλλ’ ούτοι εμόρφωσαν έκαστος την Μυθολογίαν κατά το δοκούν, και έδωσαν εις κάθε μύθον το σχήμα της πιθανότητος, αντί π.χ. του χρυσού δέρατος, οπού ήρπασεν ο Ιάσων από την Κολχίδα μετά των Αργοναυτών, εννοούσι μεγάλους θησαυρούς. αντί της Χιμαίρας, οπού ηφάνισεν ο Βελερεφόντης, την εξομάλισιν ενός όρους προς κατοικίαν. αντί της επτακεφάλου Ύδρας, οπού κατεδάμασεν ο Ηρακλής, την νίκην ενός ληστού, κτ.
Κατ’ αυτόν τον τρόπον βιάζουσι τας εικόνας μιας μεγάλης φαντασίας να λάβωσι μίαν σοβαράν και σπουδαίαν μορφήν, και απατώσι διά τούτου τον Αναγνώστην περισσότερον, παριστώντες εις αυτόν υπό το σχήμα της αληθείας, εκείνο οπού έπρεπε να είναι μόνον προς ηδονήν και ψυχαγωγίαν του.
Διά τούτο ο μυθώδης αιών της Ελλάδος πρέπει να καταλιμπάνηται από την ιστορίαν. Τώρα είναι πλέον πολλά αργά, διά να ημπορέσωμεν να διακρίνωμεν τα μέρη, οπού υπάρχουσιν εν τη φύσει πραγματιωδώς, από εκείνα οπού υφίστανται μόνον κατά φαντασίαν, επειδή δεν έχομεν κανένα ίχνος, οπού να μας οδηγήση εις αυτήν την σκολιάν και λαβυρινθώδη αναζήτησιν. Η δρόσος της συγής εξατμίσθη, όθεν ήθελεν είναι μάταιον να ζητήτις να κυνηγή εν σταθερά μεσημβρία. Ικανόν λοιπόν είναι εις ημάς να παρατηρήσωμεν, ό,τι η Ελλάς, ως και αι περισσότεραι επαρχίαι, περί της αρχής των οποίων έχομεν τινά είδησιν, ήτον κατ’ αρχάς διηρημένη εις πολλάς μικράς πολιτείας, ων εκάστη είχε τον ξεχωριστόν βασιλέα της. Η παλαιά Ελλάς, ήτις είναι νυν το μεσημβρινόν μέρος της ευρωπαϊκής Τουρκίας, περιωρίζετο προς μεν ανατολάς από το Αιγαίον πέλαγος, το νυν Αρχιπέλαγος, προς μεσημβρίαν δε από το Κρισσαίον, προς δυσμάς από το Ιώνιον, και προς Άρκτον από την Ιλλυρίαν και Θράκην[1]. Τόση ολίγη ήτον ως προς το ποσόν η έκτασις της γης, εξ ης προήλθον όλαι αι τέχναι του τε πολέμου και της ειρήνης, εξ ής προέκυψαν οι μέγιστοι στρατηγοί, φιλόσοφοι, ποιηταί, ζωγράφοι, αρχιτέκτονες, και αδριαντοποιοί, εφ’ οις ημπορούσε να καυχηθή ποτέ όλος ο κόσμος, ήτις κατετρόπωσε τους δυνατωτάτους Μονάρχας, διεσκόρπισε τα μεγαλήτερα στρατεύματα, οπού εφάνησαν ποτέ εις την γην, και τέλος εφάνη διδάσκαλος όλης της ανθρωπότητος.
Κεφάλαιον Α΄
Περί της αρχαιοτάτης καταστάσεως της Ελλάδος.
Αι πρώται ειδήσεις οπού έχομεν διά κάθε τόπον είναι μυθώδεις και αβέβαιοι. κάθε απάτη ευρίσκει ραδίαν πάροδον εις ένα αφώτιστον έθνος, επειδή η αμάθεια είναι η μήτηρ της ευπιστίας. Διό δεν πρέπει να δώσωμεν πίστιν εις όσα παρέδωκαν ημίν οι Έλληνες περί της αρχαιοτάτης αυτών καταστάσεως. Οι δε πρώτοι οπού άρχησαν να διηγώνται τας πράξεις των συμπολιτών είναι οι Ποιηταί, των οποίων η τέχνη είναι να θέλγωσι την φαντασίαν, μη φροντίζοντες μηδέ αυτής της πιθανότητος. Εκ τούτου αι αρχαιόταται παραδόσεις της Ελλάδος παριστώσιν ημίν μόνον μηχανήματα θεών και ημιθέων, τεράστια συμβάντα ηρώωντε και γιγάντων, φθοράς δρακόντων και θηρίων, και εν γένει όλην την δύναμιν των μαγειών και της γοητείας, και ο άνθρωπος μόλις φαίνεται να έχη τινά κοινωνίαν εις την εικόνα. και εν ω ο αναγνώστης περιτρέχει ακαταπαύστως τας χαριεστέρας σκηνάς, οπού ημπορεί να παραστήση η φαντασία, δεν βλέπει σχεδόν ποτέ πράξεις ενός πλάσματος ομοίου με αυτόν.
Όθεν ήθελεν είναι μάταιον, και έξω του ημετέρου σκοπού να περιγράψωμεν ως ιστορίας διηγήσεις, οπού δεν ενομίσθησαν ποτέ αληθείς. Μερικοί Συγγραφείς κατέβαλον μεν πολλούς πόνους, ίνα διακρίνωσι την αλήθειαν από τον μύθον, και ούτω να μας δώσωσι μίαν αδιασπαστον διήγησιν από αρχής της σκοτεινής παραδόσεως, έως της πρώτης καταβολής της αληθούς και ανενδοιάστου Ιστορίας, αλλ’ ούτοι εμόρφωσαν έκαστος την Μυθολογίαν κατά το δοκούν, και έδωσαν εις κάθε μύθον το σχήμα της πιθανότητος, αντί π.χ. του χρυσού δέρατος, οπού ήρπασεν ο Ιάσων από την Κολχίδα μετά των Αργοναυτών, εννοούσι μεγάλους θησαυρούς. αντί της Χιμαίρας, οπού ηφάνισεν ο Βελερεφόντης, την εξομάλισιν ενός όρους προς κατοικίαν. αντί της επτακεφάλου Ύδρας, οπού κατεδάμασεν ο Ηρακλής, την νίκην ενός ληστού, κτ.
Κατ’ αυτόν τον τρόπον βιάζουσι τας εικόνας μιας μεγάλης φαντασίας να λάβωσι μίαν σοβαράν και σπουδαίαν μορφήν, και απατώσι διά τούτου τον Αναγνώστην περισσότερον, παριστώντες εις αυτόν υπό το σχήμα της αληθείας, εκείνο οπού έπρεπε να είναι μόνον προς ηδονήν και ψυχαγωγίαν του.
Διά τούτο ο μυθώδης αιών της Ελλάδος πρέπει να καταλιμπάνηται από την ιστορίαν. Τώρα είναι πλέον πολλά αργά, διά να ημπορέσωμεν να διακρίνωμεν τα μέρη, οπού υπάρχουσιν εν τη φύσει πραγματιωδώς, από εκείνα οπού υφίστανται μόνον κατά φαντασίαν, επειδή δεν έχομεν κανένα ίχνος, οπού να μας οδηγήση εις αυτήν την σκολιάν και λαβυρινθώδη αναζήτησιν. Η δρόσος της συγής εξατμίσθη, όθεν ήθελεν είναι μάταιον να ζητήτις να κυνηγή εν σταθερά μεσημβρία. Ικανόν λοιπόν είναι εις ημάς να παρατηρήσωμεν, ό,τι η Ελλάς, ως και αι περισσότεραι επαρχίαι, περί της αρχής των οποίων έχομεν τινά είδησιν, ήτον κατ’ αρχάς διηρημένη εις πολλάς μικράς πολιτείας, ων εκάστη είχε τον ξεχωριστόν βασιλέα της. Η παλαιά Ελλάς, ήτις είναι νυν το μεσημβρινόν μέρος της ευρωπαϊκής Τουρκίας, περιωρίζετο προς μεν ανατολάς από το Αιγαίον πέλαγος, το νυν Αρχιπέλαγος, προς μεσημβρίαν δε από το Κρισσαίον, προς δυσμάς από το Ιώνιον, και προς Άρκτον από την Ιλλυρίαν και Θράκην[1]. Τόση ολίγη ήτον ως προς το ποσόν η έκτασις της γης, εξ ης προήλθον όλαι αι τέχναι του τε πολέμου και της ειρήνης, εξ ής προέκυψαν οι μέγιστοι στρατηγοί, φιλόσοφοι, ποιηταί, ζωγράφοι, αρχιτέκτονες, και αδριαντοποιοί, εφ’ οις ημπορούσε να καυχηθή ποτέ όλος ο κόσμος, ήτις κατετρόπωσε τους δυνατωτάτους Μονάρχας, διεσκόρπισε τα μεγαλήτερα στρατεύματα, οπού εφάνησαν ποτέ εις την γην, και τέλος εφάνη διδάσκαλος όλης της ανθρωπότητος.
[1] Η Ελλάς διηρέθη εις πέντε επαρχίας, εις την Πελοπόννησον, κυρίως Ελλάδα, Ήπειρον, Θεσσαλίαν, και Μακεδονίαν, ων η μεν Πελοπόννησος εμεπεριείχε το βασίλειον της Σικυώνος, του Άργους, της Κορίνθου, Μεσσήνης, Αζαΐας, Αρκαδίας τε και Λακεδαιμονίας. η δε Ελλάς το βασίλειον της Αττικής, των Μεγάρων, της βοιωτίας, Λοκρίδος, Δωρίδος, Φωκίδος, και Αιτωλίας. εν δε τη Ηπείρω κατώκουν οι Μολοσσοί, Αμφίλοχοι, Δρύοπες, Χάονες, Θεσπρώτιοι κτ. η δε Θεσσαλία περιελάμβανε την Θεσσαλιώτιν, Εστιαιώτιν, Πελασγιώτιν, Φθιώτιν, και Μαγνησίαν. εν δε τη Μακεδονία κατώκεν ως 150 διάφορα έθνη κατά τον Πλίνιον Βιβλ. Δ΄. 10 Επί των Ρωμαίων διηρέθη η Ελλάς εις δύο, εις την Μακεδονίαν, και Αχαΐαν.
Εικόνες
Ελλάς _ 1561
Τετάρτη 3 Ιουνίου 2009
Ιστορία της Ελλάδος
Ιστορία της Ελλάδος Θ΄ Ολιβιέρου Γολδσμιθίου, Βιέννη 1805.
Κεφαλαιώδης πίναξ των εν τω πρώτω Τόμω περιεχομένων
__________
Κεφάλαιον Α΄
Περί της αρχαιοτάτης καταστάσεως της Ελλάδος.
Κεφάλαιον Β΄
Περί διοικήσεως της Σπάρτης, και των νόμων του Λυκούργου.
Κεφάλαιον Γ΄
Περί διοικήσεως των Αθηνών, περί των νόμων του Σόλωνος, και της Ιστορίας της Δημοκρατίας από του Σόλωνος, έως της αρχής του Περσικού πολέμου.
Κεφάλαιον Δ΄
Σύντομος επιθεώρησις της καταστάσεως της Ελλάδος προ του Περσικού πολέμου.
Κεφάλαιον Ε΄
Από της εξώσεως του Ιππίου, έως της τελευτής του Δαρείου.
Κεφάλαιον ς΄
Από της τελευτής του Μιλτιάδου, έως της αναχωρήσεως του Ξέρξου εκ της Ελλάδος.
Κεφάλαιον Ζ΄
Από της αναχωρήσεως του Ξέρξου, έως της ειρήνης της μεταξύ Ελλήνων και Περσών.
Κεφάλαιον Η΄
Από της εν Μυκάλη νίκης, έως της αρχής του Πελοποννησιακού πολέμου.
Κεφάλαιον Θ΄
Από της ειρήνης μετά της Περσίας, έως της ειρήνης μετά του Νικίου.
Κεφάλαιον Ι΄
Από της Νικίου ειρήνης έως του τέλους του Πελοποννησιακού πολέμου.
Κεφάλαιον ΙΑ΄
Από της καταλύσεως της δυνάμεως των Αθηναίων, έως της τελευτής του Σωκράτους.
Κεφάλαιον ΙΒ΄
Από της τελευτής του Σωκράτους, έως του θανάτου του Επαμ[ε]ι νώνδου.
__________
Κεφάλαιον Α΄
Περί της αρχαιοτάτης καταστάσεως της Ελλάδος.
Κεφάλαιον Β΄
Περί διοικήσεως της Σπάρτης, και των νόμων του Λυκούργου.
Κεφάλαιον Γ΄
Περί διοικήσεως των Αθηνών, περί των νόμων του Σόλωνος, και της Ιστορίας της Δημοκρατίας από του Σόλωνος, έως της αρχής του Περσικού πολέμου.
Κεφάλαιον Δ΄
Σύντομος επιθεώρησις της καταστάσεως της Ελλάδος προ του Περσικού πολέμου.
Κεφάλαιον Ε΄
Από της εξώσεως του Ιππίου, έως της τελευτής του Δαρείου.
Κεφάλαιον ς΄
Από της τελευτής του Μιλτιάδου, έως της αναχωρήσεως του Ξέρξου εκ της Ελλάδος.
Κεφάλαιον Ζ΄
Από της αναχωρήσεως του Ξέρξου, έως της ειρήνης της μεταξύ Ελλήνων και Περσών.
Κεφάλαιον Η΄
Από της εν Μυκάλη νίκης, έως της αρχής του Πελοποννησιακού πολέμου.
Κεφάλαιον Θ΄
Από της ειρήνης μετά της Περσίας, έως της ειρήνης μετά του Νικίου.
Κεφάλαιον Ι΄
Από της Νικίου ειρήνης έως του τέλους του Πελοποννησιακού πολέμου.
Κεφάλαιον ΙΑ΄
Από της καταλύσεως της δυνάμεως των Αθηναίων, έως της τελευτής του Σωκράτους.
Κεφάλαιον ΙΒ΄
Από της τελευτής του Σωκράτους, έως του θανάτου του Επαμ[ε]ι νώνδου.
Εικόνες
Δευκαλίων και Πύρρα,
σπορείς των ανθρώπων
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)